ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

30Ιαν.09

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ
 

του Θανάση Τσακίρη

 

 

H Σούζαν Μόλλερ Όκιν θεωρεί σημαντική τη συνεισφορά των μελετών που εκπονούνται στο χώρο της ανθρωπολογίας, της ιστορίας της νομικής επιστήμης, της κοινωνιολογίας και της φιλολογικής κριτικής, εντούτοις προσθέτει πως δεν έχει μελετηθεί το ζήτημα της γυναίκας στο έργο των κλασικών πολιτικών φιλοσόφων. Θεωρεί καθήκον της να προσπαθήσει να καλύψει στοιχειωδώς το επιστημονικό αυτό κενό όχι τόσο για λόγους ακαδημαϊκούς αλλά για να γίνει κατανοητό ότι οι παραδοχές που είναι βαθιά ριζωμένες στους τρόπους σκέψης των κλασικών πολιτικών φιλοσόφων επιδρούν πάνω στην ζωή των ανθρώπων με πολλούς και διάφορους τρόπους. Είναι σαφές πως, παρά τις νίκες των προηγούμενων αγώνων του φεμινιστικού κινήματος στο πολιτικό πεδίο, παραμένουν σε ισχύ πολλές ανισότητες τόσο στο οικονομικό όσο και, κυρίως ,  στο κοινωνικό πεδίο της ζωής των γυναικών, καθιστώντας τις γυναίκες πολίτες δεύτερης κατηγορίας, κυρίως σε ζητήματα όπως της εκπαίδευσης , της οικονομικής ανεξαρτησίας ή του στάτους απασχόλησης. Προσθέτοντας το κριτήριο της πολιτικής συμμετοχής στα ανώτερα/ανώτατα ιεραρχικά κλιμάκια της εξουσίας διαπιστώνουμε πως ακόμη και στο πεδίο αυτό η ανισότητα καλά κρατεί, δημιουργώντας το κλίμα για τη διεκδίκηση της πλήρους ισότητας από τα νέα φεμινιστικά κινήματα.

 

            Δύο είναι τα ερωτήματα που θέτει η ΄Οκιν ως βασικά για τη μελέτη των κλασικών έργων της πολιτικής φιλοσοφίας. Πρώτον, κατά πόσον η υπάρχουσα παράδοση της πολιτικής φιλοσοφίας μπορεί να δεχτεί την ενσωμάτωση των γυναικών στα περιεχόμενά της ,και αν όχι ,γιατί ;  Δεύτερον, κατά πόσον τα επιχειρήματα των φιλοσόφων για τη φύση των γυναικών και της κατάλληλης θέσης τους στην κοινωνική και πολιτική τάξη , ιδωμένα μέσα στα πλαίσια των ολοκληρωμένων πολιτικών θεωριών των φιλοσόφων , θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε γιατί η τυπική , πολιτική χειραφέτηση των γυναικών δεν έχει οδηγήσει στην ουσιαστική ισότητα ανάμεσα στα δύο φύλα.

 

            Η Όκιν χωρίς να αποδέχεται την αιτιακή σχέση ανάμεσα στις κλασικές πολιτικές θεωρίες και στη σημερινή πολιτική σκέψη και πρακτική, εντούτοις αναζητά τα επιχειρήματα και τις ιδέες στη σύγχρονη σκέψη που αντλούν την ισχύ τους από την κλασική πολιτική σκέψη. Παρά τη χρήση εκ μέρους των κλασικών πολιτικών φιλοσόφων γενικών όρων («άνθρωπος» , «ανθρωπότητα») που αναφέρονται γενικώς στο «σύνολο» , εντούτοις η χρήση της αντωνυμίας «αυτός» προϊδεάζει για το φύλο στο οποίο αναφέρονταν. Ο Ρουσσώ για παράδειγμα στον πρόλογο του Λόγου περί ανισότητας γράφει , «θα μιλήσω για τον άνδρα», αναφερόμενος προφανώς στην ανισότητα ανάμεσα στους άνδρες ενώ η ανισότητα ανάμεσα στα δύο φύλα θεωρούνται ανάξιες λόγου. Οι φεμινίστριες έχουν δείξει και συνεχίζουν να δείχνουν την επικινδυνότητα της αμφισημίας της γλωσσολογικής χρήσης τέτοιου τύπου σε μία πατριαρχική κουλτούρα. Οι φιλόσοφοι ακόμη και αν χρησιμοποιούν λέξεις που αναμφισβήτητα στις γλώσσες τους έχουν γενική σημασία εντούτοις αυτό δεν τους έχει εμποδίσει στο να αγνοήσουν τις γυναίκες από τα συμπεράσματά τους. Ο Αριστοτέλης, για παράδειγμα, συζητά επί μακρόν το ζήτημα του ύψιστου καλού για το ανθρώπινο όν (άνθρωπος) . Κατόπιν επιχειρεί να χαρακτηρίσει όλες τις γυναίκες ως όχι μόνο συμβατικά στερημένες από , αλλά και εκ συστάσεως , το ύψιστο αυτό αγαθό. Ο Καντ ομιλεί περί μη περιορισμού της συζήτησής του παρά μόνο εντός των ορίων του κόσμου «όλων των ορθολογικών όντων», δικαιολογώντας εμμέσως πλην σαφώς μία διπλή σταθερά φυλετικής ηθικής στο βαθμό που μία γυναίκα θεωρείται συγχωρητέα για το φόνο του νόθου παιδιού της εξαιτίας του «καθήκοντός» της να υποστηρίξει , με κάθε κόστος , την «σεξουαλική τιμή» της. Συμπεραίνει επίσης πως το μοναδικό χαρακτηριστικό που μόνιμα καθιστά ανίκανο ένα πρόσωπο για απόκτηση της ιδιότητας του πολίτη σ’ ένα κράτος , και ως εκ τούτου για συμμόρφωση και υπακοή μόνο στους νόμους που με συναίνεση εγκαθιδρύθηκαν , είναι το να έχει γεννηθεί γυναίκα. Το φαινόμενο αυτό της γλωσσικής αμφισημίας δεν είναι ίδιον μόνο των πολιτικών φιλοσόφων αλλά και των μεγάλων διακηρύξεων της πολιτικής κουλτούρας των ΗΠΑ (π.χ. Σύνταγμα των ΗΠΑ). Οι οικουμενικοί όροι που χρησιμοποιούνται δεν ερμηνεύονται συνήθως παρά μόνον υπέρ του ανδρικού φύλου. Οι Πατέρες της Ίδρυσης των ΗΠΑ δεν αναφέρονταν στην ελευθερία όλων των «ανθρώπων» αλλά των ανδρών εξαιρουμένων των σκλάβων και των γυναικών (πχ,. Τζον Άνταμς). Η ανθρώπινη φύση στα κείμενα των φιλοσόφων όπως ο Αριστοτέλης, ο Ακινάτης , ο Λοκ, ο Μακιαβέλι, ο Ρουσσώ , ο Χέγκελ και πολλών άλλων αποδίδεται μονάχα στους άνδρες με συνέπεια τα δίκαια και οι ανάγκες στα οποία αναφέρονται αφορούν μόνο το ήμισυ του ανθρώπινου πληθυσμού. Γι ‘ αυτό και χρησιμοποιούνται γενικοί όροι και αγνοείται η διαίρεση της ανθρωπότητας σε δύο φύλα ή όταν γίνεται αναφορά η συζήτηση δεν περιστρέφεται στα ζητήματα που αφορούν τον «άνθρωπο» ή την «ανθρωπότητα».

 

            Παρά τη γενική αυτή άρνηση για το ρόλο των γυναικών από την πλειονότητα των φιλοσόφων , υπάρχουν ενδιαφέρουσες απόψεις στα έργα του Πλάτωνα , του Αριστοτέλη , του Ρουσσώ και του Μιλλ που αξίζει να τις συζητήσουμε για να είμαστε σε θέση να τις απορρίψουμε ή και να τις δεχθούμε κριτικά αφού όμως πρώτα τις θεωρήσουμε στο ιστορικό κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου διατυπώθηκαν. Τα επιχειρήματά τους αφορούν το ζήτημα των γυναικών , της φύσης τους , της κοινωνικοποίησής τους και εκπαίδευσής τους, της θέσης τους και του κατάλληλου ρόλου τους στην κοινωνία. Η Όκιν αναλύει τις ιδέες των φιλοσόφων αυτών εντός των συμφραζομένων των συνολικών τους θεωριών για την πολιτική και την κοινωνία και σε συγκεκριμένο συσχετισμό με τις απόψεις τους για το ρόλο της οικογένειας.  Ωστόσο αναφέρεται στους συγκεκριμένους φιλόσοφους εξαιρώντας τους Σοσιαλιστές και τους Μαρξιστές που έχουν αναφερθεί με τρόπο ιδιαίτερα οξυδερκή και διορατικό στο γυναικείο ζήτημα για μία διαφορετική περίπτωση μελέτης. ΄Ήταν ο Σαρλ Φουριέ ο πρώτος που και την θέση των γυναικών στην κοινωνία θεώρησε ως θεμελιώδες μέτρο της προαγωγής της  και την πρόοδο των γυναικών προς την ελευθερία θεώρησε ως μία θεμελιακό αιτία της γενικής κοινωνικής προόδου : «…δεν υπάρχει αιτία που να παράγει κοινωνική πρόοδο ή παρακμή τόσο ραγδαία όσο μία αλλαγή στην κατάσταση των γυναικών…Η επέκταση των δικαιωμάτων των γυναικών είναι η θεμελιώδης αιτία όλων των κοινωνικών προόδων».  Την άποψη του Φουριέ εμβάθυναν αργότερα οι σοσιαλιστές και οι φεμινίστριες. Ο Μαρξ έγραψε στα Χειρόγραφα του 1844 : « Η σχέση του άνδρα προς τη γυναίκα είναι η πιο φυσική σχέση ανθρώπινου όντος προς ανθρώπινο ον. Δείχνει , ως εκ τούτου, το κατά πόσο η φυσική συμπεριφορά του άνδρα έχει γίνει ανθρώπινη και κατά πόσο η ανθρώπινη ουσία του έχει γίνει γι’ αυτόν φυσική ουσία  , το κατά πόσον η ανθρώπινη φύση του έχει γίνει γι’ αυτόν φύση…». Ο ΄Ενγκελς, ο Μπέμπελ και οι κριτικοί θεωρητικοί της Σχολής της Φρανκφούρτης ανέπτυξαν παραπέρα τη σοσιαλιστική κριτική για την κοινωνική θέση της γυναίκας και την παραδοσιακή οικογένεια.  Η Όκιν θεωρεί πως δύο χαρακτηριστικά της σοσιαλιστικής σκέψης είναι που καθιστούν απαραίτητη την ξεχωριστή μελέτη : πρώτον, οι σοσιαλιστές θεωρητικοί είχαν την λιγότερο  έντονη τάση να θεωρούν ως αναγκαίο και σταθερό θεσμό την οικογένεια και έβλεπαν την οικογένεια να παίρνει διαφορετικές μορφές οργάνωσης ανάλογα πάντα με τις μορφές της οικονομικής δομής και ιδιαίτερα των σχέσεων ιδιοκτησίας και δεύτερον, η σοσιαλιστική σκέψη δεν έχει την τάση να εξιδανικεύει τη «φύση» και το «φυσικό» και τείνει να αντικαταστήσει αυτά τα κριτήρια για την κοινωνική αξία με το συγκεκριμένα κατηγορήματα «ανθρώπινο» και «πολιτισμικό» .

 

            Δύο είναι τα θέματα που αφορούν τις γυναίκες και τον κατάλληλο πολιτικό και κοινωνικό ρόλο τους που θίγονται στα έργα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη , του Ρουσσώ και του Μιλλ. Πρώτον, σχετικά με την οικογένεια , αυτοί που θεωρούσαν ως φυσική και αναγκαία την οικογένεια όρισαν τις γυναίκες σύμφωνα με τις σεξουαλικές, τεκνοποιητικές και παιδικής ανατροφής λειτουργίες τους μέσα στα πλαίσια της οικογένειας. Κατά συνέπεια συνέταξαν διαφορετικό κώδικα ηθικής και κατάλογο δικαιωμάτων για τις γυναίκες από αυτά των ανδρών. Θεωρούν ότι η βιολογική διαφορά εμπεριέχει όλες τις άλλες , συμβατικές και φυσικές διαφορές στο ρόλο των φύλων  που απαιτούνται ειδικά στις πατριαρχικές οικογένειες. Δεύτερον, ως συνέπεια των παραπάνω , ο περιορισμένος ρόλος που έχει αποδοθεί στην γυναίκα θεωρείται ότι έχει υπαγορευτεί από την ίδια της τη φύση. Οι φιλόσοφοι αυτοί , αν και συζήτησαν εκτενώς το ζήτημα των γυναικών , εν τούτοις τις απέκλεισαν από την απόδοση των δικαιωμάτων του «ανθρώπου» και τις τοποθέτησαν στην αντίθετη θέση σε σχέση με τον άνδρα ως αντίθετης φύσης από αυτόν. Αυτοί που ενώ για τον άνδρα έθεταν τα ερωτήματα του τύπου «ποία είναι τα στοιχεία του ανθρώπου» ή «ποίες είναι οι δυνατότητες του ανθρώπου», αντίθετα , για το γυναικείο φύλο έθεταν το ερώτημα «για τι είναι οι γυναίκες» . Πρόκειται για μια λειτουργιστική προδιάθεση απέναντι στις γυναίκες που συνδέεται με τη σχέση «γυναικείας φύσης» και κοινωνικής δομής.

 

            Τα συμπεράσματα που βγαίνουν εδώ είναι τα εξής : πρώτον, ότι, οι γυναίκες δεν μπορούν απλώς και μόνον να προστεθούν στα υπάρχοντα ζητήματα της κλασικής πολιτικής θεωρίας στο βαθμό που ολόκληρο το έργο των φιλοσόφων διαπνέεται από τη λογική της φυσικής ανισότητας των φύλων ακόμη και αυτών που ενώ από τη μία θέτουν θέμα ισότητας της μίας ή της άλλης μορφής εν τούτοις από την άλλη δέχονται ότι αυτή αφορά τους άνδρες που ηγούνται των οικογενειών ως βασικής μονάδας της πολιτικής ανάλυσης, και , δεύτερον, ότι η λειτουργιστική αυτή αντίληψη για τις γυναίκες είναι εν ισχύ ακόμη και σήμερα που υποτίθεται ότι οι γυναίκες αναγνωρίζονται ως ισότιμοι πολίτες τουλάχιστον όσον αφορά το ζήτημα της ψήφου, ιδιαίτερα δε όσον αφορά την αντιμετώπισή τους στην καθημερινή νομική πρακτική των δικαστηρίων. 

 

            Η Όκιν προειδοποιεί τους αναγνώστες της να προσέξουν ότι όποιος σήμερα μιλάει για ισότητα των δύο φύλων δεν είναι απαραίτητα και ένθερμος υποστηρικτής της ισότητας σε άλλους τομείς της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Αναλαμβάνει το καθήκον να εξετάσει τα επιχειρήματα που αφορούν την ισότητα ή ανισότητα  στο βαθμό που αυτά επιδρούν πάνω στην αντίληψη και στάση των φιλόσοφων όσον αφορά την ισότητα ή την ανισότητα των δύο φύλων. Η ίδια διευκρινίζει χαρακτηριστικά : «…με μία έννοια , το βιβλίο αυτό πρέπει να συγκριθεί μα το θεατρικό έργο Οι Ρόζενκραντς και Γκύλντερστερν είναι Νεκροί . Στο έργο αυτό , που στηρίζεται σε Αμλετιανά θεμέλια , ο Τομ Στόππαρντ τονίζει αυτό το αυθεντικά ασύλληπτο ζευγάρι , και τους μετατρέπει , αντί για τον παραδοσιακό ήρωα , στη βασική εστία του δράματος. Ως αποτέλεσμα , το έργο, όλοι οι χαρακτήρες του και οι σχέσεις μεταξύ τους προσλαμβάνονται υπό το πρίσμα μίας εντελώς νέας προοπτικής».

 

 

           

Σ Υ Μ Π Ε Ρ Α Σ Μ Α Τ Α
 

            Σε σχέση με τα δύο ερωτήματα που έθεσε στον πρόλογό της, η Όκιν καταλήγει στη διατύπωση των απαντήσεων και συμπερασμάτων που έχουν ως εξής :

 

* Μόνο στο έργο του Πλάτωνα για την Πολιτεία υιοθετείται ο πλέον στενός ορισμός για την ιδιαίτερη βιολογική γυναικεία φύση και αυτό αφορά την άρχουσα τάξη των φυλάκων όπου καταργείται εντελώς ο διαχωρισμός δημόσιας σφαίρας και ιδιωτικού βίου και οι γυναίκες είναι εντελώς ίσες με τους άνδρες ενώ η ιδιαίτερη λειτουργία τους είναι μονάχα αυτή της τεκνοποίησης .

 

* Αντίθετα, στα άλλα έργα των προαναφερθέντων πολιτικών φιλοσόφων γίνεται αποδεκτή η διαίρεση της πολιτικής δημόσιας σφαίρας από αυτήν του ιδιωτικού βίου και , κατά συνέπεια, με τη βοήθεια του υπερτονισμού των χαρακτηριστικών της «γυναικείας φύσης» ορίζεται ως χώρος των γυναικών το σπίτι και η οικογένεια ενώ για τους άνδρες δικαιολογείται θεωρητικά και πρακτικά η μονοπώληση του δημόσιου πολιτικού βίου.

 

            Τι συμπεράσματα θα μπορούσαν να βγουν από την εισαγωγή των γυναικών ως απολύτως ίσων προς τους άνδρες στα έργα των κλασικών πολιτικών φιλοσόφων ;  Κατ’ αρχήν όσον αφορά το έργο του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα τα πρακτικά προβλήματα που τίθενται από την υποτεθείσα πλήρη πολιτική ισότητα των γυναικών σχετίζονται με τα συμφέροντα του νοικοκυριού : θα χρειαζόταν περισσότεροι σκλάβοι για να αντεπεξέλθει το νοικοκυριό στα αυξημένα καθήκοντά του από τη μία και από την άλλη τα παιδιά των ελεύθερων πολιτών θα ήταν υποχρεωμένα να ζουν τον περισσότερο καιρό με τους σκλάβους χωρίς την επίβλεψη της «κυρίας» του οίκου. Στην περίπτωση του Αριστοτέλη το πρακτικό πρόβλημα λύνεται με την τοποθέτηση των γυναικών στην ιδιωτική και όχι στη δημόσια σφαίρα του πολιτικού. Στον Πλάτωνα το πρόβλημα αυτό υποβιβάζεται σε δευτερεύον. Τα βαθύτερα όμως προβλήματα σχετίζονται με το γεγονός ότι στον μεν Αριστοτέλη και στο δικό του σχέδιο πολιτείας η γυναίκα θεωρείται το κύριο στοιχείο της οικογένειας ως περιουσιακού στοιχείου .Η πλήρης ισότητα των γυναικών θα ανέτρεπε αυτό το δεδομένο της οικογένειας ως περιουσίας των ανδρών. Ο Πλάτωνας δεν μπορούσε να οραματιστεί ρόλο για τις γυναίκες των παραγωγικών στρωμάτων ανάλογο με αυτόν των γυναικών-φυλάκων και γι αυτό στους Νόμους  θεωρεί ότι πρέπει να εκπληρώνουν κανονικά τους ρόλους που ορίζει η «φύση» τους.  Σε διαφορετική περίπτωση τόσο ο Αριστοτέλης των Πολιτικών όσο και ο Πλάτωνας των Νόμων θα έπρεπε να αλλάξουν τη θεώρησή τους για το ρόλο της οικογένειας πράγμα ριζικά αδύνατον αν λάβουμε υπόψη μας το πλαίσιο των αντιλήψεων της εποχής. Στην περίπτωση του Αριστοτέλη θα μπορούσαμε να πούμε ότι το πρόβλημα είναι ακόμη βαθύτερο στο βαθμό που η τελεολογική του αντίληψη για το ρόλο των κοινωνικών στρωμάτων που θεωρεί ως δεδομένα καθορίζει και τις λειτουργίες που από τη «φύση τους» πρέπει να εκτελούν. Ολόκληρο το Αριστοτέλειο οικοδόμημα θα κατέρρεε από την εισαγωγή της έννοιας της γυναίκας ως πολίτη και την απόρριψη της έννοιας της γυναίκας ως περιουσιακού στοιχείου. Η λειτουργιστική αντίληψη θα υπονομευόταν καθώς θα επεκτεινόταν η αμφισβήτηση και στο ζήτημα των σκλάβων και των τεχνιτών. Κι αυτό γιατί το ιεραρχικά δομημένο σύστημα των ανισοτήτων δεν μπορεί να ενσωματώσει στη λογική του την ισότητα των γυναικών σύμφωνα με το χωρισμό σε φυσικό , σε αναγκαίο και σε καλό.

 

            Το ζήτημα της εισαγωγής των γυναικών ως ισότιμων πολιτών στην ιδανική δημοκρατική πολιτεία του Ρουσσώ θα είχε αντίθετο αποτέλεσμα με την έννοια ότι θα ενίσχυε τη θεωρία του επιλύοντας δύο από τις βασικές της αντιφάσεις : το ζήτημα του διαχωρισμού δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας, και αυτό της πατριαρχικής οικογένειας ως κυττάρου της πολιτικής οργάνωσης της κοινωνίας που θεωρεί ως φυσικές και απαραίτητες. Για το Ρουσσώ χρειάζεται ο μέγιστος βαθμός πολιτικής συμμετοχής όπως και για τον Αριστοτέλη, όμως ο ρόλος της οικογένειας δεν αξιολογείται μόνο με λειτουργικά κριτήρια αλλά ως μία σημαντική πλευρά της συναισθηματικής ζωής. Δεν νομιμοποιεί τη δουλεία, όμως θεωρεί ως φυσική την πατριαρχική οικογένεια και ως εκ τούτου νομιμοποιεί τον αποκλεισμό των γυναικών από τη δημόσια πολιτική σφαίρα και τον περιορισμό τους στα του οίκου χρησιμοποιώντας εμμέσως και αυτός το κριτήριο της λειτουργικότητας. Στην περίπτωση που οι γυναίκες στην Ρουσσωική πολιτεία της άμεσης δημοκρατίας γίνουν ισότιμες με τους άνδρες πολιτικά, θα έπρεπε να αλλάξει ο ρόλος της οικογένειας : θα ανατρεπόταν η σχέση εξάρτησης την οποία ο Ρουσσώ αποδεχόταν ως φυσική, θα ήταν υποχρεωμένοι οι άνδρες και οι γυναίκες να σέβονται και να εμπιστεύονται αλλήλους κάτι που είναι εκτός των ορίων των οραματισμών του , θα ορίζονταν η «φύση» της γυναίκας και ολόκληρος ο τρόπος ζωής σύμφωνα όχι πλέον με τις ανδρικές αλλά και με τις γυναικείες ανάγκες. Επίσης θα έπρεπε και οι γυναίκες να έχουν ελεύθερο χρόνο αρκετό στη διάθεσή τους ούτως ώστε να μετέχουν ενεργητικά στα δημόσια πολιτικά τεκταινόμενα. Κάτι τέτοιο θα ανέτρεπε όλη τη συλλογιστική περί οικογένειας ως καταφυγίου συναισθηματικής ηρεμίας και ανατροφής των παιδιών που σύμφωνα με το Ρουσσώ είναι η «φυσική» δουλειά των γυναικών. Τέλος, θα έθετε εκ νέου τα ζητήματα της έκτασης της πολιτικής συμμετοχής, της μη ύπαρξης τάξης που να υπηρετεί τις άλλες, του μη διαχωρισμού της δημόσιας από την ιδιωτική σφαίρα.

 

            Τα κηρύγματα του Τζον Στιούαρτ Μιλλ περί της πολιτικής χειραφέτησης των γυναικών παρά τη ριζοσπαστικότητά τους για το πλαίσιο της εποχής του μετριάζονταν από την παραδοχή του ότι οι επείγουσες ανάγκες της οικογενειακής ζωής θα απορροφούσαν το δυναμισμό των γυναικών και το δικαίωμα της πολιτικής συμμετοχής θα το είχαν πρακτικά μόνο οι νεαρές ανύπανδρες γυναίκες , δηλαδή η μειοψηφία των γυναικών. Η υποθετική πλήρης και ουσιαστική συμμετοχή στα πολιτικά τεκταινόμενα και των παντρεμένων γυναικών θα προϋπέθετε μία ριζικά διαφορετική εννοιολόγηση της οικογένειας , του ρόλου της και των σχέσεών της με τον έξω κόσμο από αυτήν του Μιλλ και ιδιαίτερα της απλήρωτης οικιακής εργασίας των γυναικών που κατ’ αυτόν είναι αναπόφευκτη στα πλαίσια της οικογένειας. Ο Μιλλ προτιμούσε την αντιπροσωπευτική από την άμεση δημοκρατία και ,κατά συνέπεια, εκτιμούσε ότι η συνεχής πολιτική συμμετοχή δεν είναι κάτι το υποχρεωτικό. Με την έννοια αυτή προσπαθεί να θέσει το ερώτημα μήπως η συμμετοχή σε άλλους δημοκρατικούς θεσμούς (π.χ.τοπική κυβέρνηση, δικαστήρια) αρμόζει στο ρόλο των γυναικών . ΄Όμως είναι σαφές ότι την εποχή που ο Μιλλ δημοσίευε τα έργα του ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής απαιτούσε, ουσιαστικά, το διαχωρισμό δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας και για να είναι σε θέση μία παντρεμένη γυναίκα να αντιμετωπίσει το ζήτημα της οικονομικής επιβίωσης με μέσα διαφορετικά από την περίπτωση της κληρονομιάς, θα έπρεπε να καταφύγει στην αγορά εργασίας στην οποία, μη όντας κατάλληλα εκπαιδευμένη, βρισκόταν μπροστά στον αμείλικτο ανταγωνισμό με τους άνδρες που είχαν την προτεραιότητα λόγω της εκπαίδευσής τους και της εμπειρίας τους.  Η εισαγωγή των γυναικών ως ισότιμων πολιτών, κατά συνέπεια, στην φιλελεύθερη πολιτεία του Μιλλ θα υπονόμευε το σύνολο των ιδεών του που , παρά τις καλές του προθέσεις, διαπνέονταν από μία λογική που όριζε πολύ στενά το δημόσιο και το ιδιωτικό. 

 

            Βλέπουμε λοιπόν ότι η σφαίρα του δημοσίου βίου για να συνεχίσει να περιστρέφεται καταλλήλως απαιτεί , σύμφωνα με όλες τις εξετασθείσες θεωρίες , την ύπαρξη και λειτουργία της σφαίρας του ιδιωτικού βίου και του περιορισμού , στον α΄ η στον β΄ βαθμό , στη σφαίρα αυτή των γυναικών και τον αποκλεισμό τους, πότε νομίμως και πότε ατύπως, από την πολιτική ζωή. Οι Αριστοτέλης , Πλάτων και Ρουσσώ θεωρώντας την οικογένεια και όχι το άτομο ως βασική μονάδα της πολιτικής σφαίρας στις θεωρίες τους, δικαιολόγησαν και νομιμοποίησαν τον αποκλεισμό απ’ αυτήν των γυναικών.  Στον Μιλλ ο αποκλεισμός είναι μόνον πρακτικός και όχι τυπικός. Οι εσωτερικές σχέσεις μέσα στην οικογένεια δεν θεωρούνται πολιτικές με συνέπεια ο άνδρας να γίνεται «πατέρας αφέντης» .  Κατά συνέπεια, για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για την εισαγωγή των γυναικών ως ισοτίμων πολιτών μέσα από τα έργα των πολιτικών φιλοσόφων στους οποίους έγινε αναφορά πρέπει να αναθεωρηθούν ριζικά και αναντίστρεπτα οι βασικές παραδοχές τους και να θεωρηθούν ως πολιτικές τόσο οι δια-οικογενειακές όσο και οι ενδο-οικογενειακές σχέσεις ούτως ώστε να γίνεται λόγος για ισοτιμία των δύο φύλων.

 

            Τόσο οι Αριστοτέλης και Πλάτωνας , στα Πολιτικά και στους Νόμους αντίστοιχα , όσο και ο Ρουσσώ θεωρούσαν τον άνδρα ως τον πολιτικό αντιπρόσωπο της οικογένειας . Επίσης και οι φιλελεύθεροι θεωρητικοί όπως ο Χομπς , ο Λοκ , ο Καντ, ο Χέγκελ και ο Τζαίημς Μιλλ υιοθετούσαν ουσιαστικά  μία τέτοια αντίληψη παρά την στήριξη του φιλελευθερισμού στον ατομικισμό. Ο Μπράϊαν Μπάρρυ πριν μερικά χρόνια συνέλαβε  την «ουσία του φιλελευθερισμού» ως «το όραμα μίας κοινωνίας συνισταμένης από ανεξάρτητες, αυτόνομες μονάδες που συνεργάζονται μόνον όταν οι όροι της συνεργασίας είναι τέτοιοι ώστε να εκπληρώνονται περαιτέρω οι σκοποί  καθενός από τα μέρη». Μόνον ο Τζον Στιούαρτ Μιλλ κατάφερε να υψώσει μία διαφορετική , σχετικά , φωνή, επισημαίνοντας ότι στο βαθμό που η οικογένεια είναι η βασική μονάδα της πολιτικής ζωής μπορεί να αντιπροσωπευθεί εξίσου και από τις γυναίκες και , συνεπώς, πρέπει να τους αποδοθούν τα ατομικά πολιτικά δικαιώματα. Παρ’ όλ’ αυτά, στο βαθμό που θεωρούνται ίσα τα ενήλικα μέλη της οικογένειας και στο βαθμό που ζουν τις ιδιαίτερες διαφορετικές τους ζωές δεν είναι δυνατή η στήριξη πλέον της παραδοχής της οικογένειας ως βασικής μονάδας της πολιτικής ζωής και , συνεπώς , είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη η εκπροσώπηση των ατομικών συμφερόντων τους από τον «πατέρα αφέντη». Η πρόσφατη εξέλιξη το αποδεικνύει καθημερινά στην πράξη όταν τις περισσότερες φορές τόσο ο άνδρας όσο και η γυναίκα εργάζονται σε διαφορετικές εργασίες σε διαφορετικούς χώρους και τίθενται ζητήματα συναπόφασης (π.χ. επιλογής τόπου κατοικίας κλπ.) . Δεν σημαίνει βεβαίως ότι οι πολιτικές θεωρίες πρέπει πάντα να αντιμετωπίζουν τα άτομα ως μεμονωμένους πολίτες και όχι ως μέλη οικογενειών ή άλλων μακράς διαρκείας ομάδων εντός των οποίων επιλέγουν να ζήσουν με άλλους και να μοιραστούν υπευθυνότητες. Όμως το να μεταχειρίζεσαι κάποιον ως , από συγκεκριμένες πλευρές, ένα ισότιμο μέλος μίας ομάδας ειδικής σχέσης , όπως η οικογένεια, δεν είναι το ίδιο με το να αποδέχεσαι τις διάφορες θέσεις και λειτουργίες των ατόμων εντός αυτής της ομάδας και να προσδιορίσεις τα δικαιώματα τους και να υπαγορεύσεις τις πραγματικές τους ευκαιρίες στη ζωή , με όρους των παραδοχών αυτών. Αυτό σημαίνει ότι τα άτομα που επιλέγουν να ζήσουν με τρόπους διαφορετικούς από αυτόν της οικογένειας δεν πρέπει να επιβαρύνονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να υφίστανται πραγματικές διακρίσεις.

 

            Οι ενδο-οικογενειακές σχέσεις είναι άλλο ένα κεντρικό στοιχείο που όμως αγνοείται τόσο από την κλασική πολιτική φιλοσοφία όσο και από τους φιλελεύθερους στοχαστές. Πολλοί έχουν θεωρήσει ως βάση της πολιτικής τους θεωρίας τον άνδρα που ανταγωνίζεται στην αγορά εργασίας αλλά όσον αφορά τις ενδο-οικογενειακές σχέσεις απορρίπτουν τον εγωισμό υπέρ του αλτρουισμού. Ο Χέγκελ , για παράδειγμα, εκφράζει καθαρά στη Φιλοσοφία του Δικαίου την αντίληψη αυτή. Η ενότητα της οικογένειας, κατ ΄αυτόν , θεμελιώνεται στην άρνηση της παραχώρησης στις γυναίκες οποιουδήποτε δικαιώματος ανεξάρτητης ύπαρξης. Οι άνδρες παρομοιάζονται με τα ζώα και οι γυναίκες με τα φυτά. Ο Χέγκελ με βάση την άποψη ότι οι γυναίκες δεν έχουν συμφέροντα ξεχωριστά δικά τους θεωρεί ότι η οικογένεια είναι χώρος από τον οποίο απουσιάζουν δυσαρμονίες και συγκρούσεις και όπου βασιλεύει η αγάπη και ο αλτρουισμός. Ο Ρουσσώ επίσης στον Αιμίλιο θεωρεί ότι η δομή και οι σχέσεις της οικογένειας διαφέρουν από αυτές του έξω κόσμου. Θεωρούσε την πατριαρχική οικογένεια ως την μοναδική αρμόζουσα στη δική του ιδεώδη πολιτεία της άμεσης δημοκρατίας την ίδια στιγμή που απέρριπτε σε όλους τους τομείς την αντιπροσώπευση ως απάρνηση της ελευθερίας.

 

            Στο βαθμό που κανείς αναγνωρίζει την ισότητα των γυναικών ως πολιτών η παραδοχή των πολιτικών φιλοσόφων περί της οικογένειας καταρρέει και η ενιαία οικογένεια δεν υφίσταται παρά μόνον ως μύθος. Οι φιλελεύθερες θεωρίες αποδεικνύονται  ουσιαστικά μη φιλελεύθερες όσον αφορά τις ενδο-οικογενειακές σχέσεις αφού δεν αναγνωρίζουν την ύπαρξη διαφορετικών συμφερόντων ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας και τη θεωρούν ως το «καταφύγιο του αγωνιστή» που ανταγωνίζεται στην πολιτική και οικονομική αγορά προσπαθώντας να εκπροσωπήσει τα ενιαία, υποτίθεται, συμφέροντα του οικογενειακού συνόλου.

 

            Έχει γίνει από τα όσα αναφέρθηκαν ότι δεν είναι δυνατό να εντάξουμε έτσι απλά τις γυναίκες ως πολίτες ισότιμες με τους άνδρες στις πολιτικές θεωρίες των κλασικών φιλοσόφων και των φιλελεύθερων στοχαστών αν δεν αμφισβητήσουμε τις βασικές και πανάρχαιες παραδοχές τους για την οικογένεια, τους παραδοσιακούς φυλετικούς ρόλους και τη σχέση της με τον ευρύτερο κόσμο της πολιτικής κοινωνίας.  Πρέπει να ξεκαθαριστεί επίσης ότι οι θεωρητικοί που αποσκοπούν στην αυθεντική πολιτική ισότητα οφείλουν να καλοδεχτούν οποιονδήποτε μετασχηματισμό της οικογένειας σε μία πιο εξισωτική ομάδα γιατί επιδρά στον μετασχηματισμό και στην υγεία της πολιτικής κοινότητας ως συνόλου. Η πατριαρχική οικογένεια αντιστοιχούσε στην πολιτική κοινωνία στις ιεραρχικές σχέσεις εξουσίας της οποίας η ανώτατη  θέση καταλαμβανόταν από τον εκάστοτε βασιλιά τον οποίο υπηρετούσαν οι υπήκοοι οι οποίοι εκπαιδεύονταν για το ρόλο αυτό από την ίδια την οικογένεια. Η δημοκρατική και η εξισωτική πολιτική θεωρία θα πρέπει να παραδέχεται έναν οικογενειακό θεσμό όσο πιο δημοκρατικό και εξισωτικό γίνεται αν θέλει να εκπαιδεύονται οι μελλοντικοί ελεύθεροι και ίσοι πολίτες.

 

            Ο Χάρρυ  ΄Εκσταϊν, αναπτύσσοντας την άποψη του κοινωνιολόγου Τ.Β.Μπόττομορ ότι «οι θεσμοί που υφίστανται στις διαφορετικές σφαίρες της κοινωνίας δεν συνυπάρχουν απλώς αλλά αλληλοσυνδέονται με σχέσεις συμφωνίας ή αντίθεσης και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους» , θεωρεί ότι αφού ο εκδημοκρατισμός των διαφόρων δομών και θεσμών της κοινωνίας ένας εκ των οποίων είναι η οικογένεια είναι αδύνατος χωρίς «σοβαρές δυσλειτουργικές συνέπειες» η ανάγκη για «συναίνεση» προαπαιτεί από μία σταθερή κυβέρνηση να μην είναι «ακραία , π.χ. απολύτως , δημοκρατική»  αλλά να περιλαμβάνει και «ένα υγιές στοιχείο αυταρχισμού». Το παράδοξο αυτό συμπέρασμα αφαιρεί την πραγματική βάση του σκεπτικού του Μπόττομορ γιατί συγχέει τα κριτήρια του ίσου δικαιώματος των ενηλίκων μελών της οικογένειας να συναποφασίζουν και του δικαιώματος των ενηλίκων μελών να αποφασίζουν για  λογαριασμό των ανηλίκων μελών καθώς και την υποχρέωση των ενηλίκων μελών να διαπαιδαγωγούν τα ανήλικα μέλη της οικογένειας με σκοπό να τα βοηθήσουν να ενταχθούν ως ολοκληρωμένοι πολίτες στην πολιτική κοινωνία όταν ενηλικιωθούν και αποκτήσουν τα δημοκρατικά τους δικαιώματα. Αντιστρόφως ο Ρουσσώ στον Αιμίλιο παραδέχεται ότι η οικογένεια είναι η βασική κοινωνικοποιητική μονάδα για τη διατήρηση της κοινωνίας και ότι η καλή ανατροφή από την πλευρά της μητέρας είναι προϋπόθεση για τη ζωογόνηση της δημοκρατικής συνείδησης. Όμως στην Επιστολή προς τον Ντ’ Αλαμπέρτ εκεί που από τη μία δικαιολογεί την ανάγκη ύπαρξης των πολιτικών λεσχών από την άλλη θεωρεί την οικογένεια ως πατριαρχική μέσα στην οποία η «γενική θέληση» δεν έχει θέση ερχόμενος έτσι σε αντίθεση με την άποψη που διατυπώνει στον Αιμίλιο.

 

            Ας δούμε όμως ποίες είναι οι απαντήσεις της ΄Οκιν στο δεύτερο ερώτημα που έθεσε στην αρχή σε σχέση με την παρατηρούμενη ανισότητα των δύο φύλων παρά την υιοθέτηση της καθολικής ψηφοφορίας και την κατάκτηση από τις γυναίκες των πολιτικών τους δικαιωμάτων.

 

            Όταν το 1923 οι φεμινίστριες του Εθνικού Κόμματος Γυναικών των ΗΠΑ συνέταξαν τον απολογισμό της δράσης τους είχαν ως βασική θέση τους ότι το δικαίωμα της ψήφου που κατέκτησαν ήταν απλώς και μόνον η αρχή , ένα πρώτο βήμα στον αγώνα για την κατάκτηση της πλήρους ισότητας των δύο φύλων. Η καθημερινή πράξη , ιδιαίτερα στο χώρο της νομικής επιστήμης και της πρακτικής των δικαστηρίων , απέδειξε το αληθές του λόγου αυτού καθώς επίσης και η αποτυχία του κινήματος να πετύχει την ψήφιση τροποποίησης στο σύνταγμα που να θεσμοθετεί τα ίσα δικαιώματα των γυναικών. Στις ΗΠΑ οι σύγχρονες φεμινίστριες διαπιστώνουν ότι όντως η πολιτική χειραφέτηση των γυναικών δεν επέφερε αυτόματα και σημαντικές αλλαγές στη θέση των γυναικών όσον αφορά την οικονομική και κοινωνική τους θέση και τις εμπειρίες της πραγματικής καθημερινότητας και ότι , ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες , συνεχώς η κοινωνική τους θέση χειροτερεύει εκτιμώμενη με όρους απασχόλησης, εκπαίδευσης και εισοδήματος. Βέβαια πρέπει να συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι ένας αυξανόμενος αριθμός γυναικών , παντρεμένων ή ανύπανδρων, εισέρχεται κάθε χρόνο στην αγορά εργασίας και τα στοιχεία που διαψεύδουν τις απόψεις περί γυναικείας εργασίας ως ανάγκης απόκτησης «χαρτζιλικιού» ή «χρονοκτόνου». Η ανισότητα της αμοιβής για ίση ποσότητα εργασίας γίνεται φανερή από τα στοιχεία που παραθέτει η Όκιν αλλά και από τα όσα αναφέρονται στο προοίμιο της Πράξης περί ΄Ίσης Αμοιβής που ψήφισε η κυβέρνηση των ΗΠΑ το έτος 1964. Η ανισότητα στην εκπαίδευση αποδεικνύεται από τις πολιτικές εισαγωγής γυναικών στα πανεπιστήμια και στα κολέγια , από την εικόνα που σχηματίζουν κατά τη διάρκεια της κοινωνικοποίησής τόσο τα κορίτσια όσο και τα αγόρια στα πλαίσια πρώτα της οικογένειας και κατόπιν των βασικών εκπαιδευτικών θεσμών. Παρά το γεγονός ότι οι μικρο- και μεσο- αστικές οικογένειες αλλάζουν χρόνο με το χρόνο κοινωνικοποιητικές αντιλήψεις εν τούτοις το πρόβλημα παραμένει.  Η ανισότιμη θέση των γυναικών δεν προκύπτει μόνο μέσα στους εργασιακούς χώρους αλλά και στα πλαίσια της οικογένειας όπου οι γυναίκες εκπληρώνουν τους γνωστούς ρόλους και λειτουργίες όμως αυτή τη φορά προς όφελος της λειτουργίας του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος και μάλιστα δίχως μισθό. Σύμφωνα με τις συμβατικές θεωρήσεις για την οικογένεια και το ρόλο των δύο φύλων υπάρχουν δύο τύποι εργασίας : η πρώτη , η παραγωγική που διεξάγεται εκτός οίκου και η οποία αμείβεται με μισθό (και εδώ βέβαια στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι άνδρες αμείβονται με υψηλότερους μισθούς) και η δεύτερη που διεξάγεται στο σπίτι και η οποία δεν αμείβεται και δεν υπολογίζεται στα εθνικά λογιστικά στοιχεία (εκτός από χώρες όπως η ΟΔΓερμανίας όπου πρόσφατα άρχισε να γίνεται μετρήσιμη η οικοκυρική εργασία και να εντάσσεται ως μέγεθος στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν). Η δεύτερη, σύμφωνα με τα λειτουργιστικά κριτήρια, εξυπηρετεί την ομαλή αναπαραγωγή του συστήματος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (αναπαραγωγή, ανατροφή , υγιεινή κι ευημερία του εργατικού δυναμικού)  και δεν θεωρείται με τα καθιερωμένα κριτήρια ως εργασία.

 

            Η είσοδος γυναικών στην αγορά εργασίας έγινε ιδιαίτερα αισθητή στους επεκτεινόμενους κλάδους του εμπορίου και των υπηρεσιών  και σε μερικές περιπτώσεις καταρρίφθηκαν οι απαγορευτικές διατάξεις που απέκλειαν τις γυναίκες από καθαρά «ανδρικές» εργασίες, αναδιαμορφώνοντας το τοπίο στο επίπεδο της σύγχρονης εργατικής τάξης και της αγοράς εργασίας. Οι καπιταλιστές επωφελούνται από την είσοδο των γυναικών στην αγορά εργασίας με τον τρόπο που γίνεται αφ’ ενός γιατί το συνολικό κόστος εργασίας είναι αρκετά μικρότερο από το αναμενόμενο αν οι εργάτες ήταν αποκλειστικά άνδρες από την άλλη έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα χειρισμού του ανθρώπινου εργατικού δυναμικού στο μέτρο που οι γυναίκες δεν διαθέτουν την υψηλή τεχνική κατάρτιση των ανδρών και δεν συνδικαλίζονται εύκολα με συνέπεια να γίνεται εύκολη η πειθάρχηση , η απόλυση , και η αντικατάστασή τους. Επιπροσθέτως ο εφεδρικός στρατός των ανέργων διευρύνεται με αποτέλεσμα την πίεση προς τα κάτω των ημερομισθίων και τον έλεγχο της εργασιακής συμπεριφοράς των εργαζομένων.                                                Οι φεμινίστριες και ο Μαρξ, όταν συζητούσαν για τα φύλα, τόνιζαν ότι ο σύγχρονος πολιτισμός βρίσκεται πολύ μακριά από τη φύση και ότι η διαδικασία εξέλιξης της ανθρώπινης ιστορίας ήταν ως ένα βαθμό μεγάλο η κατάκτηση της φύσης και η υπερεπιβολή του πολιτισμού επί της φύσης. Με αυτόν τον τρόπο η ανθρώπινη φύση δεν είναι κάτι το αιώνιο και σταθερό αλλά αλλάζει μέσα στην πορεία χιλιάδων ετών της ιστορίας. Οι άνδρες και οι γυναίκες εν δυνάμει είναι ικανά όντα που μπορούν να διαφοροποιούνται συνεχώς σε σχέση με τα ζώα και να γίνονται όλο και πιο ανθρώπινοι , πιο ελεύθεροι από τους περιορισμούς της ανάγκης της φύσης. Οι απαιτήσεις της φύσης έχουν απευθύνονται μόνο στην παραγωγική αλλά και στην αναπαραγωγική διαδικασία. Εκτός από την πάλη των ανθρώπων για την ανάπτυξη των όρων και προϋποθέσεων που θα βοηθήσουν στο πέρασμα από την κατάσταση των αναγκών στο «βασίλειο της ευημερίας» υπάρχει και η πλευρά που είναι σημαντική για όλα τα ανθρώπινα όντα και προπάντων των γυναικών : η απελευθέρωση τους από τους εφ ‘ όρου ζωής περιορισμούς από την ανάγκη της αναπαραγωγής. Οι επιστημονικές επαναστάσεις που παρέτειναν τη ζωή , που εξάλειψαν επιδημίες και που έχουν δραστικά περιορίσει την βρεφική και παιδική θνησιμότητα είχαν ως αποτέλεσμα την μείωση του χρόνου επαγρύπνησης των γυναικών για την ανάγκη της αναπαραγωγής στα κανονικά πληθυσμιακά επίπεδα μέσα από την εφαρμογή των επιστημονικών κανόνων του ελέγχου των γυναικών πάνω στο αναπαραγωγικό σύστημα.

 

            Το νήμα που συνδέει την κλασική και νεότερη πολιτική σκέψη που τοποθετούσε τη γυναίκα , ως εκ της φύσεώς της , στην ιδιωτική σφαίρα περιορισμένη με τη σύγχρονη πραγματικότητα που θέλει τις γυναίκες να εντάσσονται στην αγορά εργασίας με τους πλέον άνισους όρους σε σχέση με τους άνδρες είναι οι λειτουργιστικές αντιλήψεις.  Παρά την κατάκτηση του δικαιώματος της ψήφου και της  πολιτικής ισότητας γενικά , είναι η αντίληψη που θέλει τις γυναίκες να εκπληρώνουν τους διπλούς ρόλους της συζύγου-μητέρας που προωθεί την ανισότητα στο κοινωνικό επίπεδο και με ειδικότερες μορφές στο επίπεδο της δικαστηριακής πρακτικής, της εκπαίδευσης και της απασχόλησης. Παρά το γεγονός ότι οι ανισότητες στην απασχόληση μπορούν να εκλείψουν με την ανάπτυξη της εκπαίδευσης των γυναικών εν τούτοις η εικόνα που σχηματίζεται από τα νεαρά κορίτσια μέσα από την εμμονή της οικογένειας , του ίδιου του εκπαιδευτικού συστήματος και της κοινωνίας στο ρόλο της γυναίκας ως συζύγου-μητέρας είναι ότι ο προορισμός τους είναι το «σπίτι» και στις καλύτερες των περιπτώσεων η «γυναικεία δουλειά». Ο φαύλος κύκλος της αυτό-εκπληρούμενης προσδοκίας.

 

            Μετά από όσα παραθέσαμε δεν είναι διόλου παράξενο το ότι μέσα στα πλαίσια του σύγχρονου φεμινιστικού κινήματος έχουν υπάρξει εκκλήσεις για την κατάργηση της οικογένειας ως θεσμού που έχει αποδειχθεί καταπιεστικός για τις γυναίκες.  Η Ανν ΄Οουκλυ αμφισβητεί τόσο τη χρησιμότητα της οικογένειας όσο και τη λειτουργιστική θεωρία του Τάλκοττ Πάρσονς  και του Έρικ ΄Ερικσον. Η κατάργηση της οικογένειας και της αυτόματα συνεπαγόμενης παραδοχής πως οι γυναίκες ανατρέφουν τα παιδιά είναι κάποια πρώτα βήματα αλλά όχι επαρκή. Η Όουκλυ θεωρεί ότι και ο γάμος πρέπει επίσης να καταργηθεί ως  «βασικό εμπόδιο για την ισότητα των δύο φύλων στην απασχόληση» (στην Αγγλία , για παράδειγμα , οι γυναίκες επαγγελματικά εργαζόμενες είναι τρεις και τέσσερις φορές πιο πιθανό να είναι ανύπανδρες σε σχέση με τους άνδρες συναδέλφους τους. ΄Όμως η Όκιν διαφωνεί με μια τέτοια άποψη γιατί θεωρεί ότι ριζοσπαστικές αλλαγές στην οικογένεια και ισότητα των δύο φύλων στον τομέα της απασχόλησης μπορούν να συνυπάρξουν.

 

            Η Σουλάμιθ Φάϊαρστοουν τραβάει ακόμη πιο μακριά προβλέποντας όχι μόνο την κατάργηση της οικογένειας αλλά και την εποχή που οι γυναίκες θα είναι πλήρως απαλλαγμένες από την εγκυμοσύνη και τη γέννα. Επισημαίνει ότι «η οικογενειακή δομή είναι η πηγή της ψυχολογικής , οικονομικής και πολιτικής καταπίεσης. Η Όκιν επισημαίνει για άλλη μία φορά πως είναι δυνατό να συμβαδίζουν αλλαγές στην οικογένεια και ισότητα των δύο φύλων και θεωρεί πως η Φάϊαρστοουν κάνει το ίδιο λάθος με τους αντί-φεμινιστές ταυτίζοντας τον οικιακό ρόλο των γυναικών με την βιολογική αναπαραγωγική ικανότητα των γυναικών και αντιστρέφει τα επιχειρήματά τους τονίζοντας πως ο μόνος τρόπος για να απελευθερωθούν οι γυναίκες είναι η αντικατάσταση της φυσικής από την τεχνητή αναπαραγωγή. Το επιχείρημά της κρίνεται ανεπαρκές από την Όκιν η οποία θεωρεί ότι δεν είναι η διαδικασία βιολογικής αναπαραγωγής «βάρβαρη» και «αποκρουστική» για τις γυναίκες όπως νομίζει η Φάϊαρστοουν αλλά μόνον μέσα στα πλαίσια της σεξιστικής κοινωνίας που διαχωρίζει το δημόσιο από το ιδιωτικό , το ρόλο του άνδρα από το ρόλο της γυναίκας στο εσωτερικό της οικογένειας και στο ζήτημα του ποιος έχει την  αποκλειστική ευθύνη για την ανατροφή των παιδιών και που αποδίδει αυτό το διαχωρισμό στην «ξεχωριστή φύση» των γυναικών.

 

            Η φεμινιστική πάλη ενάντια στις «επιταγές της φύσης» εξηγείται αναλυτικά από την Τζούλιετ Μίτσελ στην εργασία της καθώς και η θεώρηση της οικογένειας ως βασικής ιδέας για τα επιχειρήματά της. Η Μίτσελ εξηγεί ότι «όπως η ίδια η γυναίκα έτσι κι η οικογένεια εμφανίζεται ως ένα φυσικό αντικείμενο αλλά είναι πολιτισμική δημιουργία (…) είναι η λειτουργία της ιδεολογίας να παρουσιάζει δοσμένους κοινωνικούς τύπους ως όψεις της Φύσης αυτής καθαυτής».  Στόχος της είναι η ισότητα των γυναικών ως αποτέλεσμα της νίκης του πολιτισμού επί της φύσης. Μόνον όταν αναγνωριστεί ότι η αναπαραγωγή, η σεξουαλικότητα και η κοινωνικοποίηση των παιδιών , αν και συγχωνευμένα στον παραδοσιακό φυλετικό ρόλο των γυναικών , είναι στην πράξη δυνατόν να διαχωριστούν το ένα από το άλλο, μπορούν να απελευθερωθούν οι γυναίκες από τα στερεότυπα και τις λειτουργιστικές θεωρήσεις του παρελθόντος».

 

            Το ερώτημα , λοιπόν , είναι : ποια αξία έχει η «φύση ως σταθερά με βάση την οποία να δοκιμάζονται ανθρώπινα πρότυπα , θεσμοί ή πρακτικές ; Πολλές φεμινίστριες σύστημα. Όπως και στην περίπτωση των εργαζομένων στη μαρξιστική θεωρία έτσι και στην περίπτωση των γυναικών χρειάζεται οι γυναίκες να έχουν την ελευθερία επιλογής στο που, πότε και πως θα φέρουν παιδιά στον κόσμο. Η φύση δεν πρέπει πια να υπαγορεύει ολόκληρο τον τρόπο ζωής των γυναικών. Η τεχνολογική επανάσταση είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη. Χρειάζεται μία ολόκληρη επανάσταση στις συνθήκες και ιδέες . Αυτή η επανάσταση έχει δύο στόχους : πρώτον , να γίνει η μητρότητα ελεύθερη επιλογή για τις γυναίκες και, δεύτερον , η επανάσταση πρέπει να πετύχει να ξεχωρίσει καθαρά αυτές τις πλευρές της αναπαραγωγής που είναι βιολογικά γυναικείες (αναγκαστικά η εγκυμοσύνη και , προαιρετικά, η διατροφή του μωρού με το μητρικό γάλα) από αυτές που δεν είναι μόνο γυναικείες (πχ. Η ανατροφή του παιδιού). Πρέπει να γίνει κατορθωτό να μοιραστεί εξ ίσου και στα δύο φύλα η ευθύνη της ανατροφής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών για να μπορούν οι γυναίκες να απολαύσουν την ισότητα : πρώτον, γιατί η μεγάλη πλειονότητα των γυναικών , που είναι μητέρες , δεν θα μπορούν ποτέ να γίνουν ίσες με τους άνδρες στο εργατικό δυναμικό ή σε όποιο βασίλειο δραστηριοτήτων εκτός σπιτιού ενώ οι εργασιακές τους ζωές υπόκεινται σε μία χρονική περίοδο στους περιορισμούς της ολικής ευθύνης για την ανατροφή των παιδιών, δεύτερον , γιατί μόνον όταν και οι άνδρες αναλάβουν ευθύνη για την ανατροφή των παιδιών θα καταργηθεί ουσιαστικά η «κατώτερη τάξη» της γυναικείας εργασίας και , τρίτον, γιατί πρέπει τα αγόρια και κορίτσια να ανατραφούν με ανοιχτές αντιλήψεις ενάντια στα καθιερωμένα. Αυτό για να γίνει πρέπει να συγχωνευθούν οι ιδιωτικές και μη παραγωγικές εργασίες της οικογενειακής ζωής και της δημόσιας και παραγωγικής εργασίας της οικονομίας της αγοράς. Οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν για να σταθεί δυνατό κάτι τέτοιο πρέπει να είναι ριζοσπαστικές : επιδοτούμενοι παιδικοί σταθμοί με προσωπικό κι από τα δύο φύλα, κατάργηση των στεγανών στην εργασία για τις γυναίκες , δημιουργία συνείδησης πλήρως υπεύθυνου και για τις παραδοσιακές «γυναικείες δουλειές» του σπιτιού στους άνδρες εργαζόμενους και στους εργοδότες που θα πρέπει να προσδώσουν διαφορετικά χαρακτηριστικά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τις εργασιακές σχέσεις (σπάσιμο του ταμπού της 8ωρης εργασίας, ελαστικότητα κλπ.) . Ενδεχομένως οι αλλαγές αυτές να αποδειχθούν δύσκολοπραγματοποίητες στα πλαίσια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής , γι’ αυτό και τα δύο κινήματα , φεμινιστικό και εργατικό , πρέπει αν συνδυάζουν τη δράση τους.

 

 

 

 

            ΠΡΟΚΑΛΩΝΤΑΣ ΤΗ ΓΕΝΕΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 

 

            ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ

 

            Πολλοί σχολιαστές τοποθετούν τη εμφάνιση του φεμινισμού στην Ευρώπη του 17ου αιώνα μ.Χ. Οι δύο παραδόσεις , του φεμινισμού και της δημοκρατίας έχουν δύο κοινά σημεία : την έννοια της ισότητας και την αντίθεση στην αυθαίρετη εξουσία. Δεν εξελίχθηκαν και δεν αναπτύχθηκαν η μία κατόπιν της άλλης. Η συσχέτιση της δημοκρατίας και του φεμινισμού είναι ζήτημα σχετικά πρόσφατο , ακόμη πιο πρόσφατο από τη συσχέτιση της ισότητας με τη δημοκρατία . Η Μαίρη Αστελλ , το 1700, αναρωτήθηκε ζωηρά και δημόσια πώς γίνεται μερικοί να ομιλούν περί κατάργησης της αυθαιρεσίας και του απολυταρχισμού του βασιλιά και να τη θεωρούν τόσο φυσική όταν αφορά τον άνδρα-σύζυγο. 90 χρόνια αργότερα η πιο ριζοσπαστική Μαίρη Γουώλστοουνκραφτ διακήρυξε το αίτημα αντιπροσώπευσης των γυναικών από γυναίκες αντί για την αυθαίρετη διακυβέρνησή τους χωρίς να έχουν μερίδιο άμεσης ευθύνης στο σχηματισμό της κυβέρνησης. Μόνον όμως κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα άρχισαν να σχηματίζονται ομάδες συζητήσεων που κατέληξαν στη δημιουργία κινήματος που απαιτούσε να θεσμοθετηθούν τα δημοκρατικά δικαιώματα και για τις γυναίκες. Από το σημείο αυτό και πέρα τα δύο κινήματα , το φεμινιστικό και το δημοκρατικό, συνδέθηκαν περισσότερο με πιο «πιστό» στη συμμαχία αυτή το φεμινιστικό. Στην εποχή μας το σύγχρονο γυναικείο κίνημα, έχοντας πετύχει το σχηματισμό μιας πανίσχυρης σύνδεση ανάμεσα στο φεμινισμό και στη δημοκρατία και με την καταλυτική του κριτική ενάντια στις ιεραρχίες και τον αυταρχισμό έχει γίνει το πεδίο πειραματισμού για τα πιο ριζοσπαστικά δημοκρατικά ιδεώδη.

 

            Κεντρικό θέμα συζήτησης στην επιχειρηματολογία της Φίλλιπς είναι ότι το φύλο προκαλεί και αμφισβητεί όλες τις πολιτικές μας απόψεις , ωθώντας μας στο να επανεξετάσουμε κάθε θέση και έννοια εκ νέου. Δεν έχει μέχρι τώρα η φεμινιστική κριτική καταφέρει να εκπορθήσει το άβατο της πολιτικής θεωρίας γιατί οι κυριότεροι πολιτικοί στοχαστές δεν θεωρούσαν ιδιαίτερα σοβαρό το ζήτημα της θέσης της γυναίκας και των πολιτικών της δικαιωμάτων. Μόνον ο Ρουσσώ έδειξε ενδιαφέρον για το ρόλο των γυναικών από όλους τους πολιτικούς στοχαστές της κλασικής και νεότερης πολιτικής σκέψης (και ο Μιλλ βέβαια με διαφορετικό τρόπο) αλλά αυτός προέβη σε ένα εγχείρημα διαφορετικής υφής διαχωρίζοντας τη δημόσια από την ιδιωτική σφαίρα νομιμοποιώντας έτσι τον αποκλεισμό των γυναικών από την πρώτη και τον περιορισμό τους στη δεύτερη. Σε ολόκληρο το ρεπερτόριο αυτού που η Μαίρη Ο Μπράϊαν αποκαλεί male-stream theory oι γυναίκες έχουν αποκλειστεί ή αγνοηθεί ή υπαχθεί υπό τους άνδρες , και , αντί να το θεωρήσουν κάτι τέτοιο ως μία ατελείωτη εργασία , πολλές φεμινίστριες βλέπουν σήμερα την ανισότητα των δύο φύλων ως κάτι το οικοδομημένο πάνω στα πραγματικά θεμέλια της κλασικής και της νεότερης πολιτικής σκέψης.  Για το λόγο τούτο η ανασυγκρότηση της πολιτικής θεωρίας θα πρέπει να είναι πολύ ριζοσπαστική και οι παλιές έννοιες να διαμορφωθούν από την αρχή. Η φιλοδοξία του επιχειρήματος δεν είναι αποκλειστικά γυναικεία. Είναι στη «φύση» της πολιτικής της χειραφέτησης να προβαίνει σε τέτοιες ριζικές αναδιευθετήσεις και επανακαθορισμούς. Οι διαφορετικές ερμηνείες που έχουν, κατά καιρούς, δοθεί ξεκινούν είτε από ωφελιμιστικές οπτικές είτε και από σωτηριολογικές και έχουν επεκταθεί σε νέες . Μία από τις εκδοχές αυτές παρομοιάζεται με τη Μαρξική αντίληψη για το προλεταριάτο που θεωρείται ως η οικουμενική τάξη που έχει προνομιακή θέση στην πρόσβαση στην αλήθεια. Πολλές σύγχρονες φεμινιστικές αντιλήψεις έχουν ενστερνιστεί τέτοιες λογικές και στη θέση του προλεταριάτου αναγορεύουν ως οικουμενική «τάξη» τις γυναίκες οι οποίες έχοντας υποστεί τη διπλή καταπίεση (αποκλεισμός από την ιδιότητα του πολίτη , υποταγή στους άνδρες στο εσωτερικό της οικογένειας) δεν σχηματίζουν τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις του με μία έννοια απλής δικαιοσύνης αλλά στο όνομα ενός οράματος για το μετασχηματισμό του κόσμου. Τόσο θεωρητικά όσο και πολιτικά μία τέτοια οπτική θέτει σοβαρά προβλήματα και δοκιμάζει τις ορδόδοξες αντιλήψεις. Οι φεμινίστριες έχουν υποστηρίξει ότι οι γυναίκες κρατιούνται εκτός πολιτικής από μία σειρά πανίσχυρες συμβατικότητες που διαχωρίζουν κάθετα τη δημόσια από την ιδιωτική σφαίρα. Ο χωρισμός αυτός περικόπτει και περιορίζει το εύρος και το περιεχόμενο των δημοσίων ζητημάτων και στριμώχνει στην ιδιωτική σφαίρα όλα τα , υποτίθεται , μικρά ενδιαφέροντα της καθημερινής ζωής. Η στενή σχέση των γυναικών με τη γέννηση του παιδιού και την ανατροφή του θεωρείται ότι αποκαθιστά της πιο κατάλληλες διαστάσεις : οξύνει την επαγρύπνηση για τις καταστροφές του πολέμου, ενδυναμώνει το ενδιαφέρον για τους νέους , τους άρρωστους και τους γέρους, θεμελιώνει τις αφαιρέσεις της οικονομικής ή εξωτερικής πολιτικής σε μία πιο συμπαθητική κατανόηση των καθημερινών αναγκών. Η συχνή αναφορά στη σχέση της ειρήνης και του φεμινισμού εκφράζει μία τέτοια λογική. Τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο οι γυναίκες φέρονται να ριζοσπαστικοποιούν τις πραγματικές πρακτικές της δημοκρατίας, αποκρούοντας το πομπώδες της ανδρικής ρητορικής, υπονομεύοντας και ανατρέποντας αχρείαστες ιεραρχίες, ανοίγοντας της διαδικασίες λήψης αποφάσεων στους , στο παρελθόν , αποκλεισμένους που έπαιζαν το ρόλο του αντικειμένου των αποφάσεων, δημιουργώντας εκ νέου τον κόσμο. Απέναντι σ’ αυτήν την «χιλιαστική» λογική έχουν υψωθεί απόψεις που βρίσκονται στο άλλο άκρο , αυτό του πραγματισμού, που δεν διέφερε σε τίποτα από τις αντί-φεμινιστικές λογικές που δεν έβλεπαν χρησιμότητα στη γυναικεία ψήφο στο βαθμό που , υποτίθεται ότι , δεν θα έφερνε διαφορετικά εκλογικά αποτελέσματα απ’ αυτή της ανδρικής. Όμως ανάμεσα στις δύο αυτές ακραίες λογικές , η πλειονότητα των υποστηρικτών της φεμινιστικής υπόθεσης θεωρεί ότι υπάρχουν τόσο οι ποιοτικές όσο και οι ποσοτικές πλευρές των διεκδικούμενων αλλαγών. Δεν τίθεται απλώς ζήτημα περισσοτέρων γυναικών στην πολιτική διαδικασία αλλά μετασχηματισμού της πολιτικής σφαίρας.

 

            Από κάποια πιο φιλοσοφική πλευρά , έχει τεθεί  από φεμινίστριες συγγραφείς το ζήτημα της διαφορετικής σύλληψης της έννοιας της εξουσίας και του διαφορετικού συστήματος ηθικής. Έχει επίσης τεθεί το ζήτημα της ανδροκρατικής σύλληψης εννοιών όπως το άτομο , το συμφέρον και η ισότητα ως παρόμοια μεταχείριση. Σε μια πιο νηφάλια εκδοχή η Τζούντιθ Έβανς θεωρεί ότι «η προκατάληψη υφίσταται στις παραδοχές των πολιτικών θεωρητικών , αλλά όχι στις ίδιες τις τεχνικές που χρησιμοποιούν».

 

            Σήμερα έχει αναδειχθεί μια σημαντική διάσταση ανάμεσα σε όσες προεξοφλούν την ανάπτυξη μίας αυθεντικά ελεύθερης από φύλο θεωρίας και σ’ αυτές που θεωρούν ως αναγκαία και ουσιαστική τη διαφορά των δύο φύλων. Ουσιαστικά πρόκειται για σύγκρουση ανάμεσα σε αντιλήψεις που θεωρούν ως καλύτερη λύση την κινητοποίηση για μια κοινωνία στην οποία  θα θεωρείται άσχετη η διαφορά του φύλου με την πολιτική και σε αντιλήψεις που θεωρούν πως η κινητοποίηση πρέπει να γίνει για ένα μέλλον όπου η διαφορά των δύο φύλων δεν θα μετρά ως βάση ανισοτήτων. Φεμινίστριες όπως η Σούζαν Μόλλερ Όκιν, η Τζην Ελσστάϊν , η Κάρολ Παίητμαν , η Μαίρη Ντιέτζ και η ΄Αϊρις Μάριον Γιάνγκ έχουν αμφισβητήσει τις απατηλές αφαιρετικές έννοιες της κλασικής και νεότερης πολιτικής σκέψης  και έχουν αποκαλύψει ότι πρόκειται για έννοιες διαποτισμένες από προκαταλήψεις ενάντια στο γυναικείο φύλο. Το ερώτημα βέβαια που τίθεται πέρα από το να αποκαλυφθεί η απάτη της «ουδετερότητας» των κλασικών πολιτικών θεωριών είναι το , τι να κάνουμε . Η μία δυνατότητα είναι αφού γίνει η αποκάλυψη αυτή να διεκδικηθεί η οικοδόμηση μίας θεωρίας απαλλαγμένης από οποιαδήποτε προκατάληψη ενάντια στο γυναικείο φύλο. Πρόκειται για ένα στόχο δύσκολο και για τον οποίο αφιερώνονται οι περισσότερες μελέτες σήμερα. Μια εναλλακτική άποψη που διαρκών κερδίζει έδαφος είναι αυτή που θεωρεί αυταπάτη την έννοια της οικουμενικότητας . Σε μία έκκληση προς γυναίκες φεμινίστριες συγγραφείς για την έκδοση του συλλογικού τόμου με τίτλο Feminist Challenges το 1986 η ανταπόκριση ήταν καταπληκτική και, όπως σημειώνει η Κάρολ Παίητμαν, όλες οι εργασίες απέρριπταν τον « εξημερωμένο φεμινισμό» . Η Παίητμαν σημειώνει επίσης πως «η χαρακτηριστικά φεμινιστική θεωρία αρχίζει από την αναγνώριση ότι τα άτομα είναι θηλυκά και αρσενικά , ότι η ατομικότητα δεν είναι μία ενοποιητική αφαίρεση αλλά μία ενσώματη και φυλετικά διαφοροποιημένη έκφραση της ενότητας της ανθρωπότητας». Έτσι η διαφορά των δύο φύλων εντάσσεται ως τέτοια στις πολιτικές θεωρίες κι αυτό σημαίνει ότι όλα πρέπει να μελετηθούν και να ξαναφτιαχτούν από την αρχή.  Σε μία εποχή που χαρακτηρίζεται ως «μετά-μοντέρνα» όλες οι ολικές θεωρίες επανεξετάζονται προσεκτικά , κάτι που έχει ήδη ξεκινήσει με το Μαρξισμό και για το οποίο ο φεμινισμός έχει προσφέρει πολλά θεωρώντας ότι το φύλο και η τάξη δεν είναι τόσο στενά αλληλένδετα όπως θεωρούνταν νωρίτερα. Ο ανθρωπισμός του Διαφωτισμού συγκεντρώνει μαζικά τα πυρά της κριτικής όχι ακριβώς για τις υπέρ-αισιόδοξες προσδοκίες της προόδου αλλά για τους ισχυρισμούς του περί αφαιρετικότητας και οικουμενικότητας.    

 

 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΗΓΕ ΚΑΛΑ ΣΤΗ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ;

 

            Μία από τις δυσκολίες που η φιλελεύθερη δημοκρατία συναντά όντας «καθεστώς» είναι ότι οι αντιτιθέμενοι σ’ αυτήν τείνουν να γίνονται οι πλέον έξυπνοι στο βαθμό που ωθούνται στο να ανακαλύψουν εναλλακτικές στρατηγικές και τακτικές ενώ αντίθετα οι φιλελεύθεροι παίρνουν ως δεδομένες τις παραδοχές της «κοινής λογικής» και δεν φαίνονται ικανοί να διαμορφώσουν ένα  κατάλληλο θεωρητικό σχήμα. Περιστασιακές μόνο είναι οι περιπτώσεις εκείνων που ανέλαβαν το καθήκον αυτό . Ο Φράνσις Φουκουγιάμα θέτει την επιτυχία της φιλελεύθερης δημοκρατίας μετά το 1989 στο πλαίσιο των απόψεων του Χέγκελ και μιλά για το «τέλος της ιστορίας» ως πεδίο των μεγάλων κοινωνικο-πολιτικών συγκρούσεων. Ο Καρλ Πόππερ ο πιο σοφός από όλους τους φιλελεύθερους θεωρητικούς στηρίχθηκε τόσο σε κειμενικές αναλύσεις όσο και σε διαδόσεις για να αντικρούσει τα επιχειρήματα του Μαρξ και του Χέγκελ. Άλλοι αρκέστηκαν στην καταγγελία του «ολοκληρωτισμού» και άλλοι στην αμφισβήτηση της δυνατότητας της ουτοπίας. Συνεπώς , ενώ η φιλελεύθερη δημοκρατία κέρδισε στο πεδίο της μάχης  έχασε ταυτόχρονα στο πεδίο των ιδεών.

 

            Ο Μαρξ στο πεδίο της κριτικής της φιλελεύθερης δημοκρατίας ως έκφρασης της αντίθεσης ανάμεσα στην τυπική ισότητα του πολιτικού και στην ουσιαστική ανισότητα του κοινωνικο-οικονομικού έδωσε τη βάση για τις περαιτέρω κριτικές της φιλελεύθερης δημοκρατίας. ‘Όμως το ότι οι δικές του αντιλήψεις περί ελευθερίας δεν ήταν τόσο ξεκάθαρες και το γεγονός της κατάρρευσης των καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης που στα λόγια τουλάχιστον επικαλούνταν τη Μαρξιστική παράδοση αφαιρεί πολλά στοιχεία της κριτικής του από την αξιοπιστία τους . Ο φεμινισμός ήρθε να επανορίσει το πεδίο της κριτικής ξεκινώντας από το ζήτημα του διαχωρισμού δημόσιο – ιδιωτικό που έθεσε ο Μαρξ στο Εβραϊκό Ζήτημα και να καταστήσει σαφές πως η κλασική φιλελεύθερη δημοκρατία αντιστέκεται στα ζητήματα που αφορούν τις γυναίκες ως φύλο. Η Κάρολ Παίητμαν στο έργο της Το Συμβόλαιο των Δύο Φύλων έθεσε το ζήτημα αυτό στο επίπεδο της πολιτικής θεωρίας(βλ.παρακάτω).  Το φύλο αλλάζει και πρέπει να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σκεπτόμαστε τις δημοκρατίες , όμως με δοσμένη την διαβρωτική ισχύ των υπαρχουσών παραδόσεων , θα περάσει αρκετός χρόνος ώστε να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Δεν θα έπρεπε, λέει η Φίλλιπς, τόσο εύκολα να υποθέσουμε ότι θα αλλάξουμε όλα τα στοιχεία.

 

Τ Ο  Σ Ε Ξ Ο Υ Α Λ Ι Κ Ο  Σ Υ Μ Β Ο Λ Α Ι Ο
 

           

            Σημαντική είναι για τη διαμόρφωση της φεμινιστικής πολιτικής θεωρίας η συμβολή της Κάρολ Παίητμαν με το βιβλίο της με τίτλο Το σεξουαλικό συμβόλαιο . ¨Ήδη από τις απαρχές της σύγχρονης εποχής τέθηκε υπό αμφισβήτηση η θεωρία του «κοινωνικού συμβολαίου» όταν η Μαίρη Άστελλ εξέφρασε την απορία της «γιατί εφ’ όσον όλοι οι άνθρωποι είναι γεννημένοι ελεύθεροι όλες οι γυναίκες είναι γεννημένες σκλάβες ;». Η αποτυχία των πολιτικών θεωριών να αναγνωρίσουν το πατριαρχικό δικαίωμα ως κεντρικής σημασίας ζήτημα στο πολιτικό πρόβλημα της ελευθερίας είναι αποτέλεσμα της τόσο βαθιά ριζωμένης αντίληψης περί ανδρικής κυριαρχίας και γυναικείας υποταγής που ακόμη και οι πιο ριζοσπαστικοί στην κριτική της κυριαρχίας και της υποταγής αναρχικοί στοχαστές δεν έθεσαν το ζήτημα στις θεωρητικές και πολιτικές τους διαμάχες με τους σοσιαλιστές τόσο έντονα όσο τα θέματα της ταξικής εκμετάλλευσης και της κρατικής κυριαρχίας. Η θεωρητική εφεύρεση του κοινωνικού συμβολαίου που επιβλήθηκε στην νεότερη πολιτική θεωρία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας μύθος στη γοητεία του οποίου θύματα έχουν πέσει στην προσπάθειά τους να αναζητήσουν τις «απαρχές» της κοινωνίας και του συμβολαίου ακόμη και σύγχρονες φεμινιστικές αναλύσεις (π.χ. οι θεωρίες περί προγενέστερης ύπαρξης «μητριαρχικής» κοινωνίας που ηττήθηκε από την «πατριαρχική» ) .

           

            Για την καλύτερη κατανόηση της σύγχρονης πατριαρχίας πρέπει να επανερμηνεύσουμε τις θεωρίες περί κοινωνικού συμβολαίου . Στο βαθμό που ο στόχος είναι η απαρχή της δημιουργίας μίας ελεύθερης κοινωνίας όπου οι γυναίκες θα είναι αυτόνομοι πολίτες , τότε οι ιστορίες περί κοινωνικού συμβολαίου πρέπει να παραμεριστούν. Κάποιες απόψεις τοποθετούν την έναρξη της σύγχρονης πατριαρχίας στις αρχές του 16ου αιώνα όταν άρχιζαν να οικοδομούνται οι σύγχρονοι συμβολαιακοί θεσμοί. Όμως ποτέ δεν ορίστηκε καθαρά αυτή η έναρξη , ούτε προσδιορίστηκαν οι τρόποι . Η Παίητμαν αναφέρει πως πρόκειται , ειδικά για τις περιπτώσεις των δύο ηπείρων που εξετάζει (Αμερική και Ωκεανία), για την ίδρυση των «λευκών» πολιτικών κοινωνιών που υπέταξαν τους αυτόχθονες κατοίκους. Στα πλαίσια της μελέτης της η Παίητμαν δίνει κι άλλες ερμηνείες των θεωριών του συμβολαίου μεταξύ των οποίων είναι βασικότερη η οπτική των γυναικών.

 

            Η ιστορία του κοινωνικού συμβολαίου χρησιμοποιείται από πολιτικούς θεωρητικούς και , ιδιαίτερα, από τους πολιτικούς , στις πιο λαϊκές εκδοχές της,  για να αναπαρασταθούν στους σύγχρονους πολίτες οι πολιτικοί και κοινωνικοί θεσμοί και οι πολίτες στους εαυτούς τους. Μέσα από τον καθρέπτη του αυθεντικού συμβολαίου , οι πολίτες μπορούν να δουν τους εαυτούς τους ως μέλη μίας κοινωνίας που συγκροτείται από ελεύθερες σχέσεις. Η πολιτική διήγηση αντανακλά τους πολιτικούς μας εαυτούς πίσω σε εμάς – όμως ποίοι είμαστε «εμείς» ; Μόνον άνδδρες – που μπορούν να δημιουργήσουν πολιτική ζωή – μπορούν να λάβουν μέρος στο αυθεντικό συμβόλαιο , αν και η πολιτική διήγηση μιλά επίσης και στις γυναίκες μέσα από τη γλώσσα του «ιδιωτικού ατόμου» («individual») .Ένα περίεργο μήνυμα στέλνεται στις γυναίκες , οι οποίες αντιπροσωπεύουν ο,τιδήποτε το ιδιωτικό άτομο δεν είναι , όμως το μήνυμα πρέπει συνεχώς να αναμεταδίδεται επειδή η έννοια του ιδιωτικού ατόμου και του κοινωνικού συμβολαίου βασίζεται στη γυναίκα και στο σεξουαλικό συμβόλαιο.

 

            Οι συνηθισμένες ερμηνείες του κοινωνικού συμβολαίου ερευνούν τις θεωρίες έχοντας δεδομένη την παραδοχή περί μη πολιτικού χαρακτήρα των σχέσεων ανάμεσα στα δύο φύλα και του ιδιωτικού. ΄Έτσι οι κλασικοί ερμηνεύονται κάτω από το πρίσμα της συγκρότησης της σύγχρονης πολιτικής κοινωνίας στα κείμενα αυτά καθαυτά και για το λόγο ετούτο δεν έρχονται στην επιφάνεια οι σχετικές σκέψεις των κλασικών για τις γυναίκες και το ρόλο τους που υποκρύπτονται πίσω από τις λέξεις. Θεωρούνται δεδομένες τόσο η «φυσική υποταγή των γυναικών στους άνδρες» όσο κι η άρνηση του Τόμας Χομπς για την ύπαρξη τέτοιου πατριαρχικού δικαιώματος. Δεν αρκεί όμως να προσθέσουμε απλώς άλλο ένα κεφάλαιο περί γυναικών στις αφηγήσεις περί κοινωνικού συμβολαίου. Αντίθετα πρέπει να επανερμηνευθούν τα κλασικά κείμενα περί κοινωνικού συμβολαίου και να επανεξεταστεί η ίδια η έννοια της συμβολαιακής βάσης της κοινωνικής συγκρότησης. Οι φεμινίστριες δεν έχουν πάντοτε εκτιμήσει τον ακριβή βαθμό συσχέτισης του παραδόξου και των αντιφάσεων που αφορούν την ενσωμάτωση των γυναικών στην πολιτική κοινωνία. Δεν πρόκειται περί ενός απλού εξοβελισμού των γυναικών από την πολιτική ζωή. Αν έμπαινε έτσι το ζήτημα θα ήταν σχετικά απλό. Σε κάθε μία διαφορετική αφήγηση του κοινωνικού συμβολαίου η ελευθερία αποδίδεται σε όλα τα «άτομα» , μία κατηγορία που , δυνητικά , αναφέρεται στον καθένα , άνδρα ή γυναίκα , λευκό ή μαύρο. Με το πλήρως του χρόνου , οποιεσδήποτε τυχαίες εξαιρέσεις από την αρχή της ελευθερίας θα εξαλειφθούν . Η ικανότητα των γυναικών να αναλάβουν τελικά τη δικαιωματική τους θέση αποδεικνύεται από το γεγονός ότι είναι μέρη του γαμήλιου συμβολαίου. Οι γυναίκες , επίσης , είναι συμμετέχοντες στην πράξη – συμβόλαιο – που συνθέτει την ελευθερία. Οι φεμινίστριες άδραξαν την σαφή εγγύηση της χειραφέτησης που πρόσφερε το συμβόλαιο ήδη από την εποχή του εγχειρήματος της Ολυμπίας Ντεγκούζ (1791, Declaration of Woman and the Female Citizen) να βρει μορφές κοινωνικού συμβολαίου μεταξύ άνδρα και γυναίκας και σήμερα με τις δεδομένες πλέον κατακτήσεις του φεμινιστικού κινήματος στο επίπεδο των νομικών δικαιωμάτων ισότητας η εγγύηση καθίσταται ακόμη πιο ισχυρή.

Advertisements


No Responses Yet to “ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ”

  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: