ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΦΥΛΟ

20Ιαν.09

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΦΥΛΟ

 

του Θανάση Τσακίρη

Ήδη πριν από την εποχή του Διαφωτισμού , κατά τη διάρκεια των Μεσαιωνικών χρόνων και της Αναγέννησης, οι γυναίκες εθεωρούντο εκ φύσεως κατώτερες των ανδρών και αυτή η αντίληψη εσωτερικευόταν από τις γυναίκες λόγω της κυριαρχικής ιδεολογικής επίδρασης της θρησκείας και των νομικά δεσμευτικών κοινωνικών και πολιτικών ανισοτήτων. Η αντίδραση ελάχιστων γυναικών ενάντια σ’ αυτήν την μακρόχρονη κατάσταση κοινωνικής και πολιτικής καταπίεσης αντιμετωπίστηκε στην πλειονότητα των περιπτώσεων με τη φυσική και σωματική εξόντωση, το θρησκευτικό αφορισμό και την καταδίκη σε απομόνωση ως φορέων των «σκοτεινών δυνάμεων» που επεδίωκαν την ανατροπή της κατεστημένης τάξης πραγμάτων που εθεωρείτο θεϊκά εγκαθιδρυμένη. Αυτές οι ελάχιστες γυναίκες, ιδίως όσες ήταν εγγράμματες , επρόκειτο να μεταδώσουν από γενιά σε γενιά το βασικό αίτημα για εκπαίδευση των γυναικών ως φορέων του ορθού λόγου . Οι άνδρες αναγνωρίζονταν ως εκ φύσεως πιο δυνατοί βιολογικά και συνεπώς πιο ικανοί για την ηγεσία, τη στρατιωτική ζωή κλπ. Όμως και οι άνδρες και οι γυναίκες μοιράζονταν την ικανότητα για λογική σκέψη και γιά διανοητική δραστηριότητα. Η φεμινιστική θεώρηση των πραγμάτων είχε αρχίσει δειλά – δειλά να διαμορφώνεται.
 
Η Christine de Pizan (1365 – 1430 μ.Χ.) ήταν μία από τις πρώτες εκείνες γυναίκες που με το συγγραφικό τους έργο προώθησαν αυτό το αίτημα και μάλιστα με ιδιαίτερη επιμονή εξαιτίας της λύπης της που δεν έλαβε την απαιτούμενη εκπαίδευση που θα της επέτρεπε να διαδραματίσει το ρόλο που θα ήθελε στην κοινωνία. Η ιδιαίτερα έντονη άρνηση της μητέρας της να συναινέσει σ’ αυτό το αίτημα την πίκρανε ακόμα πιο πολύ. Όταν έμεινε χήρα στα νεανικά της χρόνια φρόντισε για την αυτομόρφωσή της κι έγινε ποιήτρια, συγγραφέας και ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την ιστορία. Στο βιβλίο της με τίτλο Book of the City of Ladies περιγράφει δύο εικόνες τη μία δίπλα στην άλλη : από τη μια η Christine που συνομιλεί με τις τρεις κυρίες που ονομάζονται Λογική (Reason) , Ευθύτης (Rectitude) , και Δικαιοσύνη (Justice) και από την άλλη η Christine που βοηθάει τη μία εξ αυτών να βάλει το θεμέλιο λίθο της Πόλης των Γυναικών.  Η ριζοσπαστικότητα της εικόνας αυτής για τα δεδομένα της εποχής είναι εμφανής . Το βασικό κοινωνικό αίτημα που επρόκειτο να διεκδικηθεί για όλους τους ανθρώπους του πλανήτη μετά από πέντε και περισσότερους αιώνες ήταν για την de Pizan το πρώτο και βασικότερο αίτημα που έπρεπε οι γυναίκες να προβάλουν και να πετύχουν την υλοποίησή του έτσι ώστε να αποκτήσουν την ικανότητα να υπερασπίζονται τους εαυτούς τους και το φύλο τους και να ιδρύσουν ένα ελευθερωτικό καταφύγιο για τις γυναίκες. Το κοινωνικό δικαίωμα στην εκπαίδευση θα λειτουργούσε ουσιαστικά ως πολιτικό δικαίωμα στο βαθμό που εμπεριέχει τη βασικότερη σημασιακή συνιστώσα της έννοιας της ιδιότητας του πολίτη, δηλαδή την ισότητα . Ο διάλογος της de Pizan με τις τρεις κυρίες φανερώνει τις αιτίες που οι γυναίκες δεν μπορούν να προχωρήσουν πέρα από ένα συγκεκριμένο διανοητικό όριο: η κ. Λογική εξηγεί πως αυτό οφείλεται στα όρια που έχουν τεθεί στις δραστηριότητες των γυναικών και που ορίζουν τα οικιακά καθήκοντα των «απλοϊκά σκεπτόμενων» γυναικών ενώ ταυτόχρονα η Φύση έχει αποδώσει τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες με ίσης αξίας προσόντα , σωματικά και πνευματικά (ιστορικά παραδείγματα της κ. Λογικής , η Σαπφώ , η Νικοστράτη που εφεύρε το λατινικό αλφάβητο , η Ίσις κ.α.). Εκείνα που στη συγκεκριμένη ιστορική φάση (τέλος Μεσαίωνα , αρχή Αναγέννησης ) είναι τα κύριας σημασίας σημεία που πρέπει να συγκρατήσουμε είναι η έννοια της ισότητας και της επανερμηνείας των μύθων και της ιστορίας που μπορεί να εμπνεύσει τις μέλλουσες αγωνίστριες γυναίκες στον αγώνα τους για την ισότητα. Σε ένα άλλο της βιβλίο με τίτλο Le Livres des  trois vertus η de Pizan λόγω του «πραγματισμού» της οδηγείται στο να θεωρήσει πως άνδρες και γυναίκες έχουν διαφορετικούς ρόλους και καθήκοντα να επιτελέσουν και, ως εκ τούτου, πρέπει η εκπαίδευσή τους να είναι η κατάλληλη για κάθε φύλο ενώ ταυτόχρονα η εκπαίδευσή τους για να ολοκληρωθούν σε ηθικά και ενάρετα ανθρώπινα όντα πρέπει να είναι κοινή και για τα δύο φύλα.  Η δική της προσωπική εμπειρία τη δίδαξε πως πρέπει κάθε γυναίκα να προετοιμαστεί και για την περίπτωση που θα έπρεπε να επιβιώσει με τις δικές της δυνάμεις σύμφωνα με το αντρικό πρότυπο που προσδιορίζεται από τα χαρακτηριστικά της δύναμης, του θάρρους, της ανεξαρτησίας. Η θεώρηση των γυναικών ως ισάξιων ποιοτικά με τους άνδρες είναι που επιτρέπει αυτόν το μετασχηματισμό χωρίς την ταυτόχρονη , κατά την de Pizan , απώλεια της γυναικείας ταυτότητας.
 
Η σκυτάλη των γυναικείων διεκδικήσεων έστω και σε θεωρητικό – συγγραφικό επίπεδο πέρασε από διάφορα γυναικεία χέρια στη συνέχεια. Γυναίκες της μεσαίας αστικής τάξης των πόλεων και γυναίκες προερχόμενες από τις βασιλικές αυλές όπως η Louise Labe , η  Αnna Maria de Schurman και η Marie le Jars de Gournai (1565 – 1645) που υπήρξε η «θετή θυγατέρα» του Michel de Montaigne  του οποίου τα έργα εξέδωσε μετά θάνατον μαζί με τα δικά της. Η de Gournai εξέδωσε δύο πραγματείες της που μπορούν να θεωρηθούν καθαρά φεμινιστικές και , για τα δεδομένα της εποχής , ριζοσπαστικές . Θεωρούσε πως για να επιτευχθεί η άνευ όρων ισότητα θα πρέπει να παρέχεται ίση εκπαίδευση στις γυναίκες. Στο βιβλίο της Egalite des hommes et des femmes3 που κυκλοφόρησε το 1622 που το θεωρούσε εργασία για την άμυνα της τιμής των γυναικών που «καταδυναστεύονταν από την τυραννία των ανδρών» και έχοντας ως καθοδηγητικές αρχές τις σκέψεις του Πλάτωνα , του Πλούταρχου , του Σενέκα και του μέντορά της έγραφε : «το ανθρώπινο ζώο δεν είναι ούτε άνδρας ούτε γυναίκα (…) ο άνδρας και η γυναίκα είναι τόσο τέλεια ένα ώστε , αν ο άνδρας είναι κάτι περισότερο από τη γυναίκα τότε η γυναίκα είναι κάτι περισσότερο από τον άνδρα».  Στο επόμενο βιβλίο της που εξέδωσε τέσσερα χρόνια αργότερα με τίτλο Grief des dames μάλωνε με σαρκαστικό ύφος τους άνδρες επειδή δεν θεωρούσαν λογικές τις γυναίκες και κατέληγε στον να τους θεωρεί άσχετους και θρασείς στο βαθμό που έκριναν και απέρριπταν τη διανοητική εργασία των γυναικών χωρίς καν να κάνουν τον κόπο να τη διαβάσουν.
 
Η περίοδος των θρησκευτικών πολέμων στην Ευρώπη , οι διώξεις αλλοθρήσκων και, κυρίως, των μελών των αιρετικών σεκτών, οδήγησαν στην αποικιοποίηση εδαφών της Βορειοανατολικής Αμερικής. Τα μέλη των Προτεσταντικών , ως επί το πλείστον , κοινοτήτων καθώς και των αιρετικών σεκτών θεωρούσαν πως μόνο με την εκπαίδευση θα μπορούσαν να φτάσουν στη λύτρωση της ψυχής και στην άμεση επαφή με το Θεό και έθεσαν ως καθήκον τους την εγκαθίδρυση της δημόσιας εκπαίδευσης κοινής τόσο για τα αγόρια όσο και για τα κορίτσια. Επίσης σε χώρες όπως η Αγγλία μετά την κατάργηση των μοναστηριών και των θρησκευτικών σχολείων από τον Ερρίκο Η’ (1534) ιδρύθηκαν παράνομα εκπαιδευτικά δίκτυα στα οποία με μεγάλη αφοσίωση και ζήλο η Mary Ward (1585 – 1645)  δίδαξε τα κορίτσια τόσο της μεσαίας αστικής τάξης όσο και των φτωχών στρωμάτων έτσι ώστε να γίνει δυνατή η ανάδειξη μιας νέας γενιάς που με περισσότερες γνώσεις να διεκδικήσει τη γενίκευση της εκπαίδευσης στο γυναικείο πληθυσμό σε μια εποχή που σημαδεύτηκε από την επανάσταση του Cromwell και τα επακόλουθά της.   Ανάλογα κινήματα στην υπόλοιπη Kαθολική Ευρώπη ήταν αυτό της τάξης των Ουρσουλίνων που  ίδρυσε η Αngela Μerici (1474 – 1540), των αδελφών του ελέους κλπ.
 
Κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα στην Αγγλία, στην Ολλανδία και στη Γαλλία μια νέα γενιά γυναικών παραλαμβάνει τη σκυτάλη. Είναι όλες γυναίκες που στήριξαν οικονομικά τους εαυτούς τους και τη δράση τους με τις δικές τους δυνάμεις. Όλες επιδιώκουν να επιβάλουν το αίτημά τους για γενίκευση της εκπαίδευσης των γυναικών για να μπορέσουν να ξεπεράσουν την «κατώτερη θέση» στην οποία τις κρατά η εξουσία των ανδρών. Στην Αγγλία σημαντικότερες εκπρόσωποι του κινήματος είναι η Bathsua Pell Makin (1608 -74), η Hannah Woolley  (1623 – ; ) και η Mary Astell. H Μakin  στο ανώνυμο έργο της An Essay to Revive the Ancient Education of Gentlewomen παρά τη διαβεβαίωση που έδινε στους αναγνώστες της , που ήταν βέβαια σχεδόν όλοι άνδρες, πως δεν επεδίωκε την εξίσωση ανδρών – γυναικών, πόσο μάλλον την υπεροχή τους , εν τούτοις εξηγούσε πως οι γυναίκες μόνο πλεονεκτήματα μπορούσαν να αντλήσουν από την εκπαίδευσή τους και να γίνουν καλύτερες σύζυγοι και μητέρες.  Η Marguerite Cavendish , Δούκισσα του Newcastle , από τη μια μεριά διεκδικεί εκπαίδευση για τις γυναίκες και από την άλλη θέτει για πρώτη φορά το ζήτημα της γυναικείας αδελφότητας ως έκφραση αλληλεγγύης ανάμεσα στις γυναίκες και της δημιουργίας διαφορετικών χώρων συνάθροισής τους . Με το έργο της The Convent of Pleasure  (1688) ζήταγε, προαναγγέλλοντας τις σκέψεις της Astell, την ίδρυση μιας κοινότητας γυναικών που θα ήταν «ένας χώρος ελευθερίας , όχι για την παρενόχληση αλλά για την ευχαρίστηση των αισθήσεων».
 
O John Locke , ο «θεωρητικός πατέρας» του πολιτικού φιλελευθερισμού , όρισε τον πολίτη ως εκείνο το ορθολογικό , ανθρώπινο ον που είναι προικισμένο με τρία φυσικά δικαιώματα : ζωή , ελευθερία και ιδιοκτησία. Τα δικαιώματα αυτά είναι αναπαλλοτρίωτα και δεν μπορεί με κανένα τρόπο να τα καταπατήσει το κράτος που είναι προϊόν της συμφωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους οι οποίοι τη συνάπτουν για να τα διαφυλάξουν. Το κράτος του «κοινωνικού συμβολαίου» στηρίζεται πάνω στη συνταγματική συναίνεση των πολιτών. Ο John Locke όμως δεν θεωρούσε όλους τους ανθρώπους πολίτες παρά μόνον τους άνδρες επιφυλάσσοντας για τις γυναίκες τους ρόλους της συζύγου και της μητέρας που υποτάσσονται στους άνδρες προορισμένες για την ιδιωτική σφαίρα του βίου. Η πατριαρχική εξουσία των ανδρών επί των γυναικών θεωρήθηκε ως «φυσικό δικαίωμα». Το ζήτημα του εξοστρακισμού των γυναικών από την πολιτική δημόσια σφαίρα στη μη πολιτική ιδιωτική σφαίρα παρέμενε ως πρόβλημα προς επίλυση στη διαδρομή του ιστορικού χρόνου κατά τη διάρκεια του οποίου εμφανίστηκαν κριτικές και αγωνιστικές φωνές γυναικών αλλά και ανδρών, που απαίτησαν την ενσωμάτωση και των γυναικών στην πολιτική δημόσια σφαίρα και την απόδοση σ’ αυτές της ιδιότητας του πολίτη και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν.
 
Στις παραπάνω απόψεις του Locke απάντησε η Mary Astell, κόρη ενός καρβουνέμπορου που ορφάνεψε στα δώδεκά της χρόνια και στηριζόμενη σε επιδοτήσεις γυναικών φίλων της επιδόθηκε στη συγγραφική της δραστηριότητα. ΄Εζησε στο Λονδίνο όπου άσκησε ελεύθερα πια το επάγγελμα της συγγραφέως. Πολιτικά και θρησκευτικά ήταν συντηρητική και στήριξε το κόμμα των Τories. Eνεπλάκη σε μακρόχρονο διάλογο με τον επίσκοπο John Norris που εκτός της θρησκευτικής του ιδιότητας ήταν Πλατωνικός φιλόσοφος. Η Αstell διαφώνησε με πολλά σημεία του βιβλίου του επισκόπου με τίτλο Discourses . Από τη μια πλευρά η αγάπη για το Θεό και από την άλλη η φιλική πλατωνική αγάπη για τις γυναίκες που εξέφραζε η Αstell προκάλεσαν τον αντίλογο του επισκόπου ο οποίος θεωρούσε πως τα «πλάσματα» του Θεού πρέπει να τα αγαπάμε «για το καλό μας αλλά όχι να τα αγαπάμε ως το Καλό μας». Η Αstell στο βασικό φεμινιστικό της βιβλίο με τίτλο A Serious Proposal to the Ladies , For the Advancement of their true and great Interest. By a Lover of their Sex, ενσωματώνει αυτήν την άποψή της και προτείνει την υλοποίησή της με  θεσμική μεταρρύθμιση7 . Οι προτάσεις της αφορούσαν κατ’ αρχήν τις γυναίκες που ζούσαν μόνες τους μετά από αποτυχημένους , ή και αθέλητους , γάμους και για τις οποίες επιδίωκε να ιδρυθούν ειδικά οικοτροφεία και σχολεία που θα χρησίμευαν και ως καταφύγιο για όσες δεν επιθυμούσαν να παντρευτούν. Από όσες θα αποφοιτούσαν κάποιες θα πετύχαιναν τη σύναψη καλύτερων γάμων και άλλες θα περνούσαν σε επαγγέλματα που θα τους ταίριαζαν. Για την Astell «όλος ο Κόσμος είναι η οικογένεια της μοναχικής ανύπαντρης Κυρίας». Στηριζόμενη στη φιλοσοφική σκέψη του Descartes παρότρυνε τις γυναίκες να σκέφτονται για λογαριασμό τους και να μην δίνουν σημασία στην κρίση των άλλων αλλά στη δική τους κοινή λογική . Είναι στο έργο της Reflections upon Marriage στο οποίο αναπτύσσει πλήρως τη σκέψη της . Το λογικό της επιχείρημα ξεκινά με τη θρησκευτική της αποδοχή της θέσης περί απόλυτης και κληρονομικής ισότητας ανδρών και γυναικών. Με την εκπαίδευσή τους θα αποκτήσουν τα εφόδια εκείνα που θα τους επιτρέψουν να αντισταθούν στη καταχρηστική ανδρική κυριαρχία. Ο πολιτικός και θρησκευτικός της συντηρητισμός της περιορίζει τις θελήσεις της και αυτό εκφράζεται τόσο στη δική της ζωή όσο και στις παραινέσεις της για συνετή ζωή των γυναικών στα όρια της φτώχειας , την ίδια βέβαια στιγμή που η ίδια είχε την ευχέρεια της ανεξάρτητης οικονομικής ζωής. Στην πράξη κατάφερε άτυπα να δημιουργήσει το πρόπλασμα του οράματός της για τη δημιουργία ενός χώρου για τις γυναίκες στα τελευταία της χρόνια . Η πρακτική αυτή εμπειρία την κατέστησε την πιο γυναικοκεντρική φιλόσοφο της εποχής της. Ο  John Locke βρήκε την απάντηση στις απόψεις του .
 
Στη Γαλλία ο Francois Poulain de la Barre  στο βιβλίο του με τίτλο De l’ egalite des deux sexes (1673 , Αγγλική μετάφραση 1677)  εγκαινιάζει την είσοδο στο φεμινιστικό θεωρητικό κόσμο των ανδρών συγγραφέων – στοχαστών. Ο de la Barre θεωρεί ότι οι γυναίκες είναι ικανές να αποκτήσουν πλήρη πολιτικά δικαιώματα και ταυτόχρονα να ασκούν τα καθήκοντά τους που απορρέουν από τη μητρότητα τα οποία θεωρούσε τις πιο σημαντικές τους υποχρεώσεις. Θεωρούσε τις γυναίκες ικανές να συμμετέχουν στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας , στην κατάληψη θέσεων εργασίας στη δημόσια διοίκηση και γενικότερα στην άσκηση όλων των επαγγελμάτων ακόμη και αυτό του στρατιωτικού.
 
Συνοπτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι μέχρι τα τέλη του 15ου ως και τις αρχές του 18ου αιώνα ένα τρίπτυχο διεκδικήσεων είναι που κυριαρχεί στα έργα των γυναικών , αλλά και ανδρών , που διαμορφώνουν τη φεμινιστική σκέψη : δικαίωμα του λόγου για τις γυναίκες , δικαίωμα πολιτιστικής έκφρασης των γυναικών  , δικαίωμα των γυναικών στη μάθηση και στη διδασκαλία . Βλέπουμε λοιπόν ότι η έμφαση είναι στον αγώνα για την κατάκτηση κοινωνικών δικαιωμάτων σε πρώτη φάση και όχι πολιτικών

O λόγος του κυρίαρχου αυτοπροσδιοριζόμενου υποκειμένου θεωρείται ως ο λόγος του ανδρικού ορθολογικού υποκειμένου. Η οικουμενική ιδέα που διαπερνά τις φιλοσοφίες της ιστορίας από την εποχή του Διαφωτισμού συλλαμβάνεται ως βασισμένη στην αποσιώπηση και στην καταστολή της διαφοράς των γυναικών, της ιστορίας τους και χρονικότητάς τους , ενώ η α-ιστορική και μονιστική σύλληψη της ανθρώπινης φύσης που ευλαβικά φυλάσσεται στην ιδέα εξαλείφει την ιεραρχική πραγματικότητα των σχέσεων των δύο φύλων . Με λίγα λόγια , η φεμινιστική θεωρία αμφισβητεί την ιδέα των βασικών ηθικών ή ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως έναν επικίνδυνο Δυτικό ανδρικό μύθο που ισοπεδώνει τη διαφορά ενώ συγκροτεί την ετερότητα (γυναίκα) ως κατώτερη. Αφού, σύμφωνα με την άποψη αυτή, δεν μπορεί να υπάρξει δικαιοσύνη χωρίς να ληφθεί υπ’ όψη η διαφορά, τα δικαιώματα και η δικαιοσύνη αποδεικνύονται να είναι αντιθετικά. Ότι το μοντέλο των δικαιωμάτων μπορεί να ενσωματώσει τη διαφορά στη βάση μιας ευρείας , πιο πλουραλιστικής , διαδικαστικής έννοιας της οικουμενικότητας μόλις και μετά βίας λαμβάνεται υπ’ όψη απ’ όσους και όσες υπερασπίζονται αυτήν τη προσέγγιση».

Το θεωρητικό μοντέλο που ο Sir Robert Filmer διατύπωσε εφαρμόζεται στην πράξη και ο  John Locke παρά την κριτική από τη σκοπιά του φιλελευθερισμού που απηύθυνε προς τις απόψεις του, δεν βλέπει να δικαιώνεται . Οι γυναίκες είναι εγκλωβισμένες στους παραδοσιακούς και προκαθορισμένους ρόλους τους χωρίς δικαίωμα απεγκλωβισμού. Ο Locke στο 82ο εδάφιο της Δεύτερης Πραγματείας περί Κυβερνήσεως το λέει καθαρά : «…επειδή συνεπώς είναι αναγκαίο να εντοπιστεί κάπου η τελική αρμοδιότητα της λήψης αποφάσεων , δηλαδή η άσκηση της αρχής , φυσικά πέφτει στο μερίδιο του άνδρα , ως ικανότερου και δυνατότερου. Αυτό όμως εκτείνεται μόνο σε ό,τι αφορά τα κοινά τους συμφέροντα και περιουσία, και αφήνει στη γυναίκα την πλήρη και ελεύθερη κατοχή των ιδιαιτέρων της δικαιωμάτων , όπως καθορίζονται με συμβόλαιο , και δεν δίδει στον σύζυγο μεγαλύτερη εξουσία επί της ζωής της γυναίκας του από όση έχει εκείνη επί της δικής του». Στα εδάφια 52, 53 και 64 έχει στο μεταξύ προσδιορίσει καθαρά την ισότιμη σχέση πατέρα και μητέρας όσον αφορά στην εξουσία επί των παιδιών . Σύμφωνα με τα παραπάνω ο πατέρας είναι αυτός που εκπροσωπεί προς τα έξω , δηλαδή προς την πολιτική κοινωνία , τα συμφέροντα της οικογένειας και δικαιούται να λαμβάνει αποφάσεις (πολιτικά δικαιώματα) ενώ , αντίθετα , η μητέρα , της οποίας το ατομικό δικαίωμα επί της ίδιας της ζωής της κατοχυρώνεται ως φυσικό ανθρώπινο δικαίωμα στα οικογενειακά πλαίσια , απολαμβάνει τα εντελώς ιδιαίτερα δικαιώματά της εντός του πλαισίου της ιδιωτικής σφαίρας.
 
Η έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης θα ωθήσει τη συζήτηση σε νέα μονοπάτια . Έχει προηγηθεί ο Jean Jacques Rousseau που μέσα από τις σελίδες του έργου του για το Κοινωνικό Συμβόλαιο και τον Αιμίλιο θα περιγράψει , με αντιφατικό τρόπο , τις απόψεις του για τη θέση των γυναικών στην ιδανική πολιτεία της άμεσης δημοκρατίας που ευαγγελίζεται. Ο διαχωρισμός δημοσίου και ιδιωτικού βίου , διαχωρισμός που είναι διαχρονικά ορισμένος στα έργα των πολιτικών φιλοσόφων ήδη από την εποχή του Αριστοτέλη και που γίνεται εκ νέου αποδεκτός από όλους τους εκπροσώπους του πολιτικού φιλελευθερισμού  , είναι βασικός και στην πολιτική σκέψη του J.J.Rousseau. Είναι η διχοτόμηση ανάμεσα στη σφαίρα του λόγου και στη σφαίρα της φύσης που καθορίζει και προσδιορίζει ρόλους , υποχρεώσεις και , κυρίως, τα δικαιώματα για κάθε φύλο. Ας παρακολουθήσουμε το συγγραφέα να ξεδιπλώνει τη σκέψη του : « ο ένας οφείλει να είναι ενεργητικός και δυνατός, η άλλη παθητική και αδύναμη : πρέπει απαραίτητα ο ένας να θέλει και να μπορεί , αρκεί η άλλη να αντιστέκεται λίγο» , « η ακαμψία των καθηκόντων σχετικά με τα δύο φύλα δεν είναι ούτε μπορεί να είναι η ίδια. Όταν η γυναίκα παραπονιέται εδώ για την άδικη ανισότητα όπου την ρίχνει ο άντρας , έχει άδικο (…) στο δικό της , από τα δύο φύλα , η φύση εναπόθεσε τη φύλαξη των παιδιών για ν’ ανταποκριθεί στο άλλο φύλο (…) η άπιστη γυναίκα είναι είναι χειρότερη διαλύει την οικογένεια και σπάει όλους τους δεσμούς της φύσης (…) το να υποστηρίζουμε ακαθόριστα πως τα δύο φύλα είναι ίσα και πως τα καθήκοντά τους είναι τα ίδια , είναι σα να χανόμαστε σε άσκοπες δηλώσεις , σαν να μη λέμε τίποτα όσο δεν θ’ απαντούμε σ’ αυτό». Η Σοφία , δηλαδή η φανταστική σύζυγος που πλάθει ο Rousseau για τον Αιμίλιο «είναι ενημερωμένη για τα δικαιώματα και τα καθήκοντα του φύλου της και του δικού μας (…) σκέφτεται με περισσότερη αρέσκεια τον τίμιο άντρα , τον άντρα με αξία, νιώθει φτιαγμένη για κείνον , άξιά του, νιώθει πως θα ξέρει καλά να τον αναγνωρίσει , αρκεί μονάχα να τον βρει». Το μοναδικό δικαίωμα που ο Rousseau φαίνεται να αναγνωρίζει στις γυναίκες είναι αυτό της εκπαίδευσης για να ανταποκρίνονται καλύτερα στα καθήκοντα τους και στις υποχρεώσεις τους απέναντι στους άνδρες και στην οικογένεια παραμένοντας στην ιδιωτική σφαίρα του βίου σύμφωνα με τις επιταγές της φύσης.
 
Η Mary Wollstonecraft από τη Βρετανία φροντίζει μέσα από το έργο της Vindication of the Rights of Women να αντικρούσει τις απόψεις του Rousseau προσπαθώντας να αποκαλύψει τις αντιφάσεις των απόψεών του σε σχέση με την εξισωτική του λογική και τον περιορισμό των γυναικών σε κατάσταση υποταγής έναντι των ανδρών. Προβάλλει το αίτημα της εκκοσμίκευσης των ηθικών επιχειρημάτων στη συζήτηση για το φύλο και τα δικαιώματα , επεκτείνοντας την έννοια της ιδιότητας του πολίτη και των ίσων δικαιωμάτων και στο γυναικείο φύλο. H Wollstonecraft όμως , σύμφωνα με κριτικές φεμινιστριών , δεν φαίνεται να ανατρέπει τη βάση της συλλογιστικής του κλασικού φιλελευθερισμού για τα δικαιώματα των δύο φύλων στο βαθμό που αποδέχεται τη διάκριση νου και σώματος, και ταυτόχρονα χρησιμοποιεί , όπως η παράδοση των φιλελεύθερων στοχαστών , γενικούς και αφηρημένους όρους για την ιδιότητα του πολίτη που υποτίθεται ότι «δεν έχει φύλο . Η Wollstonecraft στηρίζει τη διεκδίκηση των γυναικών για ίσα πολιτικά δικαιώματα στους ρόλους της συζύγου και της μητέρας και το εξής χωρίο είναι χαρακτηριστικό : «…το συμπέρασμα στο οποίο θέλων να φτάσω , είναι φανερό : κάνοντας τις γυναίκες ορθολογικά όντα , και ελεύθερους πολίτες , και σύντομα θα γίνουν καλές σύζυγοι και μητέρες & στο βαθμό που οι άνδρες δεν αρνούνται τα καθήκοντα του συζύγου και πατέρα» Σε αντίθεση με το Rousseau η Wollstonecraft θεωρεί ότι ο στόχος δεν είναι η «επιστροφή στη φύση» και δεν είναι «η αφυσικότητα της κοινωνίας που φταίει» για την ανισότητα στις υποχρεώσεις και στα δικαιώματα των δύο φύλων . Είμαστε όντα που προορίζονται με τη χρήση τόσο των παθών όσο και των συλλογισμών να «βελτιώσουμε τη φύση μας» και να «αποκτήσουμε τη δυνατότητα να απολαύσουμε ένα μερίδιο από τη θεϊκή ευτυχία».  Στα πλαίσια αυτά διαμορφώνονται κινήσεις γυναικών στη Βρετανία και στις ΗΠΑ που σε μερικά χρόνια θα διατυπώσουν για πρώτη φορά οργανωμένα πολιτικό πρόγραμμα για τη διεκδίκηση των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών και θα διοργανωθεί η συνέλευση των Seneca Falls το 1848, χρονιά κατά την οποία οι διεθνείς δημοκρατικοί αγώνες αποκορυφώνονται.
 
Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα διατυπώνονται από τους Jeremy Bentham και James Mill οι αρχές του ωφελιμισμού ως πολιτικής θεωρίας. Σύμφωνα με την αρχή του ωφελιμισμού η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι αυτή που θα εξασφαλίσει τη μεγαλύτερη ευτυχία στο μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων γιατί έτσι τα συμφέροντα των αντιπροσώπων θα τείνουν να προσεγγίζουν τα συμφέροντα , αν όχι ολόκληρου του λαού ως συνόλου , τουλάχιστον της πλειοψηφίας . Tα προβλήματα αρχίζουν από τη στιγμή που τίθεται το ερώτημα του «ποιος αντιπροσωπεύει ποιόν;». Ο James Mill αμαυρώνει την εικόνα του ωφελιμισμού , εικόνα «ευτυχούς πλειοψηφίας» , με το να εισάγει αποκλεισμούς από το σώμα των εχόντων πολιτικά δικαιώματα : του πολιτικού δικαιώματος στερούνται οι γυναίκες και τα παιδιά (το όριο  που θέτει είναι αυτό των 40 ετών για να ενηλικιωθεί πολιτικά ένας άνδρας) . Το επιχείρημα είναι ότι τα συμφέροντα των κατηγοριών αυτών «περιέχονται αναμφισβήτητα σ’ αυτά των άλλων προσώπων». Τόσο ο Bentham όσο και ο John Stewart Mill ( όπως θα δούμε παρακάτω ) διαφωνούν, από τη σκοπιά του ωφελιμισμού ο πρώτος και από τη σκοπιά της ελευθερίας ο δεύτερος. Ο Βentham θεωρεί πως «από πλευράς διανοητικών ικανοτήτων σε καμιά αιτία δεν έχει αποδοθεί το γιατί , όσον αφορά στον ιδιαίτερο τομέα αυτό ικανοτήτων , το ήμισυ αυτό του ανθρωπίνου είδους θα έπρεπε να κρίνεται ως κατώτερο σε σχέση με το άλλο». Το αίτημα για την απόδοση της ιδιότητας του πολίτη και των σχετικών δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτήν και στις γυναίκες , έστω και υπό το πρίσμα του ωφελιμισμού και παρά τον περιορισμό της απόκτησης γραμματικών γνώσεων , γίνεται πια δεκτό και από την άλλη όχθη , αυτή των ανδρών. Με τον Bentham προτείνεται η «πραγματική οικουμενικότητα του δικαιώματος της ψήφου» (σύμφωνα με δική του δήλωση) και η εισαγωγή του μεγαλύτερου , για τα μέχρι τότε δεδομένα , αριθμού προσώπων στο πολιτικό παιχνίδι.
 
Στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού ο ριζοσπαστικός ρεπουμπλικανισμός δοκιμάζει τα όριά του τόσο κατά τη διάρκεια της Αμερικάνικης επανάστασης για την ανεξαρτησία όσο και κατά τη διάρκεια της συζήτησης για το σύνταγμα της νέας πολιτείας. Οι γυναίκες πήραν μέρος στον αγώνα τόσο για την ανεξαρτησία από τη Μεγάλη Βρετανία με οργάνωση συλλαλητηρίων , συσσιτίων , οικονομικών εράνων κλπ όσο και για την ανεξαρτησία τους από τις «εκ φύσεως τυραννικές» τάσεις των συζύγων τους. Από αυτή τη σκοπιά είναι αντανάκλαση της πραγματικότητας ο διάλογος του δεύτερου προέδρου των ΗΠΑ John Adams  και της συζύγου του Abigail . Στα αιτήματα της συζύγου του να ληφθούν υπόψη οι γυναίκες και τα αιτήματα τους από τον πρώτο στη διαμόρφωση του συντάγματος αυτός απάντησε με ιδιαίτερα αλαζονικό τρόπο : «όσο για τον εξωπραγματικό σας νομικό κώδικα , δεν μπορώ παρά να γελάσω … άλλη μια φυλή πιο πολυάριθμη και ισχυρότερη από όλες τις υπόλοιπες έχει εξελιχθεί σε δυσαρεστημένη» . Παρά τις εκκλήσεις των γυναικών το Αμερικάνικο σύνταγμα τις αγνόησε γιατί δεν αναλάμβαναν στρατιωτικές υποχρεώσεις και δεν πλήρωναν φόρους ως μη εργαζόμενες παρά περιορίζονταν στους ρόλους της συζύγου και της μητέρας. Το ζήτημα της εκπαίδευσης των γυναικών ούτως ώστε να μπορούν να εργασθούν και να εισαχθούν ισότιμα με τους άνδρες στη δημόσια σφαίρα τίθεται από τις «ρεπουμπλικάνες μητέρες» ξανά στην ημερήσια διάταξη και για το σκοπό αυτό οι γυναικείες ακαδημίες με πρώτη αυτή της Φιλαδέλφειας το 1787 . Τίθεται όμως για άλλη μια φορά με πατριαρχικούς όρους. Η με βάση τους πατριαρχικούς όρους προσδιορισμένη έννοια των γυναικών ως μητέρων και εκπαιδευτών των παιδιών τους που επιδρά στον προορισμό των εθνών τους , συνδύασε άνετα την αποδοχή φυλετικά προσδιορισμένων ρόλων για τις γυναίκες με την αναγνώρισή της εν δυνάμει πρακτικής τους επιρροής στην πολιτική κοινωνία. Διαφορετικές απόψεις για τη «ρεπουμπλικανική μητρότητα» διατυπώθηκαν από το βήμα της Ακαδημίας Νέων Κυριών της Φιλαδέλφειας & η Priscilla Mason την ερμηνεύει ως εξής : «οι υψηλά ιστάμενοι και ισχυροί μας Κύριοι (χάρη στους αυθαίρετους θεσμούς τους) μας έχουν αρνηθεί τα μέσα για τη γνώση , και κατόπιν μας κατηγόρησαν για την έλλειψή της. Όντας το ισχυρότερο τμήμα , κατέκτησασν νωρίς το σκήπτρο και το σπαθί … αρνήθηκαν στις γυναίκες το πλεονέκτημα μιας φιλελεύθερης εκπαίδευσης , τους απαγόρευσαν να εξασκήσουν τα ταλέντα τους … Ευτυχώς ένας πιο φιλελεύθερος τρόπος  σκέψης άρχισε να επικρατεί». Η Mason καλεί τις γυναίκες της εποχής της να διεκδικήσουν το δικαίωμα στη μόρφωση και η ίδια αγωνίζεται επιπλέον για το δικαίωμα στην εργασία των γυναικών στις εκκλησίες και στα δικαστήρια. Το πιο σημαντικό πολιτικό και ριζοσπαστικό αίτημα που τραβάει το ρεπουμπλικανικό όραμα στα άκρα του είναι για τη δημιουργία «μιας Γερουσίας γυναικών … που να τους έχει ανατεθεί εντολή από κάθε τμήμα της Ένωσης» . Η Γερουσία αυτή θα γινόταν μέρος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ. Πρόκειται φυσικά για ένα όνειρο που δεν πραγματοποιήθηκε τουλάχιστον όσον αφορά το θεσμικό του μέρος. Όμως έθεσε τις βάσεις , πρώτα απ’ όλα για την αμφισβήτηση της οικουμενικότητας της έννοιας της ιδιότητας του πολίτη όπως διατυπώθηκε στα κλασικά κείμενα των θεωρητικών του κοινωνικού συμβολαίου και δεύτερον για τη διατύπωση σε μεταγενέστερο στάδιο των αιτημάτων για τα ειδικά δικαιώματα με τα οποία η οικουμενικότητα της έννοιας της ιδιότητας του πολίτη αποκτά το πλήρες περιεχόμενό της. Ο δέκατος όγδοος αιώνας λήγει με την αμφισβήτηση των πατριαρχικά διατυπωμένων αρχών του φιλελευθερισμού και του ρεπουμπλικανισμού και η φεμινιστική συνείδηση παίρνει νέες διαστάσεις και σχηματοποιείται σε νέα θεωρητικά και πολιτικά σχήματα : τα κοινωνικά και τα πολιτικά δικαιώματα γίνονται απαιτητά  από τις γυναίκες από κοινού.
 
Τον 19ο αιώνα σφραγίζει η ανάπτυξη των δημοκρατικών αγώνων για την εθνική και κοινωνική χειραφέτηση των κοινωνικών υποκειμένων που ο φιλελεύθερος καπιταλισμός στην ξέφρενη πορεία του προς τη συσσώρευση κεφαλαίου και κερδών υποτάσσει  & το έτος τομής στην εξέλιξη των αγώνων των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων και τάξεων στην Ευρώπη υπήρξε το 1848. Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του 1848 έγινε η πρώτη προσπάθεια σύνδεσης των δύο κινημάτων για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα : του εργατικού και του γυναικείου. Τα αποτελέσματα ωστόσο δεν ήταν και τόσο ενθαρρυντικά  παρά την ενεργοποίηση γυναικών στους εργατικούς αγώνες και τη διατύπωση δικών τους αιτημάτων . Η είσοδος γυναικών στην αγορά εργασίας κατά το 19ο αιώνα δεν ήταν γενικευμένο φαινόμενο πέρα από τις δυτικοευρωπαϊκές και βορειοαμερικανικές βιομηχανικές κοινωνίες και ειδικότερα στις χώρες αυτές αφορούσε ως επί το πλείστον γυναίκες που προέρχονταν από ομάδες μεταναστών και απελευθερωμένων σκλάβων ενώ δεν αφορούσε , ιδιαίτερα στις ΗΠΑ , την μεγάλη πλειοψηφία των λευκών γυναικών των μεσαίων και ανώτερων κοινωνικών τάξεων . Είναι πλέον φανερό ότι η διάσταση δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας αρχίζει να μικραίνει και ότι η ανάπτυξη της πολιτικής θεωρίας έπρεπε να λάβει υπόψη της αυτήν την εξέλιξη.
 
Ο John Stuart Mill,  κατά τη γνώμη μου ο σημαντικότερος φιλελεύθερος ριζοσπάστης του 19ου αιώνα, διατυπώνει μέσα στα πλαίσια αυτά τις απόψεις του για την «υποταγή των γυναικών». Είναι λαθεμένη αυτή καθαυτή , κατά Mill , η αρχή της πολιτικής συγκρότησης της κοινωνίας βάσει της οποίας πρέπει να υποτάσσεται νομικά το ένα φύλο στο άλλο και είναι βασικό εμπόδιο στην ανθρώπινη βελτίωση και πρέπει να αντικατασταθεί από την αρχή της τέλειας ισότητας που σημαίνει να μην αποδίδονται εξουσίες και προνόμια στο ένα φύλο και το άλλο να περιθωριοποιείται . Η πολιτική συγκρότηση στη βάση της ανισότητας είναι η νομική κατοχύρωση μιας προϋπάρχουσας κατάστασης που επιβλήθηκε μέσα από τη μακρόχρονη άσκηση φυσικής βίας. Ο Μill θεωρεί πως πρέπει να αποδοθούν όλα τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και στις γυναίκες για επιτευχθεί ο στόχος του πολιτικού φιλελευθερισμού που δεν είναι άλλος από την ισότητα των πολιτών ανεξάρτητα από φύλο , φυλή και εθνικότητα και να ισχύσουν οι κανόνες του ανταγωνισμού για την βελτίωση και πρόοδο της ανθρώπινης κοινωνίας . Όμως ο Mill , όπως και ο φιλελεύθερος φεμινισμός γενικότερα , στήριξε όλη του τη , ριζοσπαστική κατά τ’ άλλα για την εποχή του , θεωρία του περί εισαγωγής των γυναικών στο πολιτικό σύστημα χωρίς να τη συνδέει με ένα γενικότερο στόχο περί μεταρρύθμισης εντός του πλαισίου της καπιταλιστικής κοινωνίας που να υποβοηθά την υλοποίηση της πολιτικής και κοινωνικής ισότητας . Σύμφωνα με την φεμινιστική κριτική των απόψεων του, ο Μill προβλέπει ότι ουσιαστικά λίγες γυναίκες είναι εκείνες που θα κάνουν χρήση των πολιτικών τους δικαιωμάτων πέρα από αυτό της ψήφου γιατί οι ανάγκες της οικογένειας και της εργασίας είναι περιοριστικές για τη συμμετοχή των γυναικών στη δημόσια πολιτική σφαίρα & και αν ο Mill λύνει μερικώς το πρόβλημα με το να αποδέχεται την αντιπροσωπευτική δημοκρατία ως το κατάλληλο πολιτικό σύστημα αντί της άμεσης συμμετοχικής δημοκρατίας εν τούτοις τα προβλήματα παραμένουν όταν τεθεί το ζήτημα της συμμετοχής των γυναικών στους θεσμούς απονομής της Δικαιοσύνης ή στην τοπική αυτοδιοίκηση ή στον εργασιακό συνδικαλισμό των εργοστασίων. Η απόδοση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων στις γυναίκες μένει κενό γράμμα στο βαθμό που τα κοινωνικά τους δικαιώματα δεν κατοχυρώνονται και δεν έχουν τις κατάλληλες ευκαιρίες να αποκτήσουν τη δική τους ανεξάρτητη ταυτότητα και αυτοεκτίμηση. Η συζήτηση ξαναρχίζει με την ανάπτυξη των σοσιαλιστικών εργατικών κινημάτων. Oι Karl Marx και Friedrich Engels  θεωρούν ως τον πρώτο καταμερισμό εργασίας που εμφανίστηκε στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους αυτόν των ανδρών και γυναικών για την αναπαραγωγή των παιδιών. Ο Engels προσθέτει τριανταοχτώ χρόνια αργότερα ότι «η πρώτη ταξική αντίθεση που εμφανίζεται στην ιστορία συμπίπτει με την ανάπτυξη του ανταγωνισμού ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα στα πλαίσια της μονογαμίας και η πρώτη ταξική καταπίεση συμπίπτει μ’ αυτήν του θηλυκού φύλου από το αρσενικό». Ο στόχος του σοσιαλιστικού κινήματος , σύμφωνα με τον Εngels , είναι η ανατροπή του καπιταλισμού που στηρίζεται στην εκμετάλλευση και στις ταξικές αντιθέσεις , μία εκ των οποίων είναι και η αντίθεση των δύο φύλων . «Τι θα είναι όμως το καινούργιο ;» αναρωτιέται ο Engels και προσθέτει ότι «αυτό θα απαντηθεί όταν μια νέα γενιά ωριμάσει : μια γενιά ανδρών που ποτέ σ’ όλη τους τη ζωή δεν θα έχουν γνωρίσει τι σημαίνει ν’ αγοράσεις με λεφτά την υποταγή μιας γυναίκας ή οποιουδήποτε άλλου κοινωνικού οργάνου εξουσίας & μια γενιά γυναικών που ποτέ δεν θα έχουν γνωρίσει τι σημαίνει να δίνονται σ’ έναν άνδρα για λόγους διαφορετικούς από την αληθινή αγάπη ή να αρνούνται να δοθούν στους εραστές τους από φόβο για τις οικονομικές συνέπειες . Όταν οι άνθρωποι αυτοί ζήσουν στον κόσμο , πολύ λίγο θα σκοτίζονται για το τι νομίζουμε εμείς σήμερα πως θα έπρεπε να κάνουν & θα έχουν τη δική τους πρακτική και την αντίστοιχη κοινή γνώμη τους για την πρακτική καθενός ατόμου» . Το πρόβλημα με την κλασική μαρξιστική ανάλυση ήταν ότι ενώ αναγνωρίζει την αντίθεση ανδρών και γυναικών ως την πρώτη εκ των ταξικών αντιθέσεων στην ιστορική διαδρομή εν τούτοις δεν προβλέπει θέση για αυτόνομο κίνημα γυναικών για την επίλυση της αντίθεσης αυτής και εντάσσει το γυναικείο ζήτημα ως μια επί μέρους συνιστώσα του γενικότερου ταξικού ζητήματος και έτσι αφήνεται να επιλυθεί μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση της εργατικής τάξης . Όπως χαρακτηριστικά και ειρωνικά επισημαίνει η Heidi Hartman «ο γάμος του μαρξισμού και του φεμινισμού υπήρξε σαν το γάμο του συζύγου και της συζύγου όπως περιγράφεται στο Αγγλικό οικογενειακό δίκαιο : ο μαρξισμός και ο φεμινισμός είναι ένα , και αυτό το ένα είναι ο μαρξισμός»  Για άλλη μια φορά προσδιορίζεται από την ανδρική πατριαρχική λογική το υποκείμενο των δικαιωμάτων : ο αρχηγός της οικογένειας που κερδίζει το ψωμί της οικογένειας στην αγορά εργασίας είναι και αυτός που έχει τον πρώτο , και ουσιαστικά μοναδικό λόγο στην πολιτική σφαίρα , έστω και αν η πολιτική στρατηγική οφείλει να εξυπηρετήσει προοδευτικούς και ανατρεπτικούς ενάντια στον καπιταλισμό αγώνες. Η συνέπεια αυτής της ενσωμάτωσης των γυναικείων αιτημάτων στα πλαίσια του σοσιαλιστικού εργατικού λόγου ήταν να αναβληθούν , ουσιαστικά , οι γυναικείες ανεξάρτητες κινητοποιήσεις για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ως τα τέλη του 19ου αιώνα και την εμφάνιση του «πρώτου κύματος» των μαζικών φεμινιστικών αγώνων στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής. Το «πρώτο κύμα» αφορούσε την πρόσβαση των γυναικών στους εκπαιδευτικούς και στους πολιτικούς θεσμούς 13 . Στις ΗΠΑ όπου ο κλασικός μαρξισμός δεν είχε μεγάλη απήχηση τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Ο φιλελεύθερος φεμινισμός παίρνοντας ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά θέτει ευθέως το ζήτημα των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών .  Η Συνδιάσκεψη του 1850 (Ohio , Worchester Mass. ) εξέδωσε διακήρυξη στην οποία τονιζόταν ιδιαίτερα έντονα το ζήτημα της πρόσβασης στην εκπαίδευση και το δικαίωμα της ψήφου : «θεωρήσαμε , ότι όλες οι διακρίσεις ανάμεσα στους άνδρες και στις γυναίκες που αναφέρονται σε κοινωνικούς , εκπαιδευτικούς , οικονομικούς , θρησκευτικούς ή πολιτικούς θεσμούς , οι οποίες βασίζονται πάνω στη διάκριση του φύλου , είναι αντίθετες στους νόμους της Φύσης , είναι άδικες , και καταστρεπτικές για την αγνότητα , την προαγωγή και την πρόοδο της γνώσης και της αρετής της μεγάλης ανθρώπινης οικογένειας , και πρέπει να καταργηθούν μια και για πάντα (…) Θεωρήσαμε , Ότι η γυναικεία εκπαίδευση πρέπει να είναι σε συμφωνία με την υπευθυνότητα στη ζωή , ότι η γυναίκα μπορεί να αποκτήσει αυτήν την αυτοπεποίθηση και την αληθινή αξιοπρέπεια που είναι τόσο ουσιώδεις για την κατάλληλη εκπλήρωση των σημαντικών καθηκόντων που της μεταβιβάζονται…». Τα δικαιώματα των γυναικών είναι , σύμφωνα με τη διακήρυξη , δικαιώματα που προέρχονται από τη φύση , όπως και των ανδρών. Η διάκριση λόγου και φύσης βάσει της οποίας θεωρούνται οι γυναίκες κατώτερες από τους άνδρες θεωρείται πλέον ξεπερασμένη , αφύσικη , και , πάνω απ’ όλα, άδικη . Τα σχολεία για την εκπαίδευση των γυναικών , ακόμη και των μαύρων γυναικών , που είχαν αρχίσει να λειτουργούν προς τα μέσα του 19ου αιώνα στις ΗΠΑ  μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου επεκτάθηκαν σε όλη τη χώρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι , ιδιαίτερα για τις μαύρες γυναίκες , οι δασκάλες εθεωρούντο ως η πρωτοπορία στον αγώνα για την κατάκτηση των δικαιωμάτων τόσο των γυναικών όσο και των μαύρων. Η δασκάλα Anna Julia Cooper  υπήρξε η πρώτη φεμινίστρια της Αφροαμερικάνικης μειονότητας και για την οποία «όσον καιρό η γυναίκα καθόταν με δεμένα μάτια και χέρια , γερά σφιγμένη από τη μέγγενη της άγνοιας και της απραξίας, ο κόσμος της σκέψης εκινείτο στην τροχιά του όπως οι επαναστάσεις της σελήνης& με ένα πρόσωπο (το πρόσωπο του άνδρα) πάντοτε προς τα έξω , έτσι ώστε ο θεατής να μην μπορεί να διακρίνει αν πρόκειται για δίσκο ή για σφαίρα (…) ισχυρίζομαι (…) ότι υπάρχει μια θηλυκή όσο και μια αρσενική πλευρά της αλήθειας & και ότι δεν σχετίζονται ως κατώτερη και ανώτερη , ούτε ως καλύτερη και χειρότερη , ούτε ως κατώτερη και ισχυρότερη , αλλά ως συμπληρωματικές – συμπληρωματικές σε ένα αναγκαίο και συμμετρικό όλο» . Από το σημείο αυτό και πέρα εισάγεται πια η προβληματική ενός κινήματος που έχει επίγνωση της θηλυκής του υπόστασης αλλά ταυτόχρονα επιδιώκει με θεωρητικούς , ιδεολογικούς και πολιτικούς αγώνες την ισότητα στα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα. Αυτή η προβληματική θα τεθεί ως αφετηρία στις σύγχρονες συζητήσεις για την ισάριθμη αντιπροσώπευση και για τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας της ιδιότητας του πολίτη στα τέλη του 20ού αιώνα.

Παράλληλα με τις παραπάνω συζητήσεις, οι κλασικοί της μη μαρξιστικής κοινωνιολογίας βλέπουν «μονόπλευρα» το «φύλο», που δε χώραγε στις αναλύσεις για το Διαφωτισμό, τη βιομηχανική επανάσταση, την αστικοποίηση, την εργατική ριζοσπαστικοποίηση, την αλλοτρίωση. Όποτε αναφέρονταν στα έργα τους, οι γυναίκες ταυτίζονταν με το παράλογο, την παράδοση, τη σωματικότητα, και τις σφαίρες του ιδιωτικού και του οικιακού. Δεν σχετίζονταν με τον κόσμο της ορθολογικότητας, του καπιταλισμού, της πόλης, της εκβιομηχάνισης, της μισθωτής εργασίας, της γραφειοκρατίας και της πολιτικής. Ο Μαξ Βέμπερ, π.χ. έγραφε ότι «η γυναίκα είναι εξαρτημένη εξαιτίας της φυσιολογικής ανωτερότητας της φυσικής και διανοητικής ενεργητικότητας του αρσενικού και το παιδί εξαιτίας της (sic) αντικειμενικής αδυναμίας του».  Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο Βέμπερ, παρ’ όλο που τονίζει ότι η «πατριαρχική κυριαρχία» έχει κοινωνικο-πολιτιστικό χαρακτήρα και ανήκει στις παραδοσιακές μορφές εξουσίας, στην περίπτωση της πατριαρχικής υποταγής των γυναικών και των παιδιών την αποδίδει στο «φυσικό» χαρακτήρα της. Η φεμινιστική κριτική υποστηρίζει ότι ο Βέμπερ και οι άλλοι κλασικοί προβαίνουν στο διαχωρισμό του νου από το σώμα όσον αφορά την κοινωνική δράση και θέτει ως στόχο την υπέρβαση και το μετασχηματισμό των περιορισμών της σωματικότητας. Η κλασική κοινωνιολογία, αγνοώντας το ρόλο του σώματος για τα ανθρώπινα δρώντα υποκείμενα, κατασκευάζει ένα «ασώματο, αφηρημένο, ορθολογικό υποκείμενο» ως ιδεώδες της νεωτερικότητας, με αρσενικά, σε τελευταία ανάλυση, χαρακτηριστικά. Στην περίπτωση του Ντυρκέμ διαβάζουμε στην Αυτοκτονία ότι «ο άνδρας είναι σχεδόν εξολοκλήρου προϊόν της κοινωνίας ενώ η γυναίκα είναι σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό προϊόν της φύσης.» Παρακάτω, επιβεβαιώνει ότι του άνδρα «τα γούστα, οι προσδοκίες, οι φιλοδοξίες, και το χιούμορ, έχουν σε μεγάλο βαθμό συλλογική προέλευση, ενώ της συντρόφου του επηρεάζονται πολύ πιο άμεσα από τον οργανισμό της.» Ακόμη και για όσες γυναίκες συμμετέχουν στη δημόσια σφαίρα θεωρεί ότι ισχύει το ίδιο: «ορισμένες κατηγορίες γυναικών συμμετέχουν στην καλλιτεχνική και φιλολογική ζωή όπως οι άνδρες…όμως ακόμη και σ’ αυτή τη σφαίρα, η γυναίκα κουβαλά τη δική της φύση, ο δε ρόλος τους είναι πολύ πιο εξειδικευμένος, πολύ διαφορετικός από αυτόν του άνδρα.»   Τέλος ο Γκέοργκ Ζίμελ θεωρεί ότι οι γυναίκες δεν έχουν, ούτε μπορούν να τις αποκτήσουν, τις ικανότητες για συμμετοχή στο πεδίο της κοινωνικής δράσης. Ο Ζίμελ από όλους τους κλασικούς είναι ο μοναδικός που εκφράζει τόσο ανοιχτά την κριτική του κατά της ισότητας του αρσενικού και του θηλυκού. Κατ’ αυτόν, οι γυναίκες κατέχουν μια αδιαφοροποίητη ολότητα και παραμένουν επικεντρωμένες και «γειωμένες» στον εαυτό τους, ενώ, κατά κακή τους τύχη, οι άνδρες είναι υποχρεωμένοι να υπομένουν τα προβλήματα του κατακερματισμού, της αποξένωσης, της αλλοτρίωσης και της διαφοροποίησης που προκαλούν οι δυνάμεις της νεωτερικότητας.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
(Απόσπασμα από:  Τσακίρης Θ. «Φεμινισμός και Κράτος» περιοδικό Homo Politicus Νο.4 )
 Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣ (LIBERAL FEMINISM)
α) Ο βαθμός αποδοχής του ρόλου της οικογένειας, η θέση της γυναίκας μέσα σ’ αυτή (κεντρική ή όχι) παίζει σημαντικό ρόλο για τη διαμόρφωση της διαφορετικής οπτικής γωνίας των τάσεων του φεμινιστικού κινήματος σε παράλληλη σχέση με τη θέση απέναντι στο κράτος και την κυριαρχία των ανδρών πάνω σ’ αυτό. 
Η φιλελεύθερη αντίληψη για το κράτος και τη σχέση του με την κοινωνία εδράζεται πάνω στη λογική της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς και της ατομικής πρωτοβουλίας και δράσης. Στο πολιτικό επίπεδο η φιλελεύθερη ιδεολογία έχει έναν πυρήνα που περιλαμβάνει κυρίως τα πολιτικά δικαιώματα – το δικαίωμα της ψήφου, της συμμετοχής της απόφασης για τα είδος της κυβέρνησης που θα εκλεγεί και το είδος της πολιτικής που θα ακολουθήσει.  Ο πιο «σκληρός» πυρήνας του φιλελεύθερου ιδεολογικού οπλοστασίου είναι ο ηθικός του πυρήνας: «περιέχει μιαν επιβεβαίωση των βασικών αξιών και δικαιωμάτων που αποδίδονται στη «φύση» της ανθρώπινης ύπαρξης – ελευθερία, αξιοπρέπεια, ζωή – υποτάσσοντας όλα τ’ άλλα στην εφαρμογή τους».
Στόχος, κατά συνέπεια, του φιλελεύθερου φεμινισμού είναι να πετύχει την ισότητα των γυναικών στα νομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα: «επιχειρεί ισότιμα τις γυναίκες σε όλους τους δημόσιους θεσμούς και να επεκτείνει τη δημιουργία των γνώσεων ώστε να μην αγνοούνται πλέον τα γυναικεία ζητήματα».  Πρωτοποριακή φυσιογνωμία του φιλελεύθερου, αλλά και γενικότερα, φεμινισμού ήταν αυτή της MARY WOOLSTONECRAFT που στο έργο της “A VINDICATION OF THE RIGHTS OF THE WOMAN” υποστήριξε το 1972 ότι «οι γυναίκες πρέπει νάχουν τις ίδιες πολιτικές ελευθερίες καθώς και εκπαιδευτική ισότητα με τους άνδρες». Το 1848 στη συνδιάσκεψη του SENECA FALLS τέθηκαν οι βάσεις για τη διεκδίκηση του δικαιώματος της ψήφου από τις γυναίκες, θέση που υπερκάλυψε όλα τα άλλα αιτήματα του φιλελεύθερου φεμινισμού ως το 1920. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ως τις αρχές της δεκαετίας του 1970 στις ΗΠΑ κυριάρχησε η BETTY FRIEDMAN και η NATIONAL ORGANIZATION OF WOMEN (NOW) που διεκδίκησε ίσα πολιτικά δικαιώματα, ισότιμη πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην υγεία – πρόνοια και ίσο μισθό για ίση δουλειά. Σήμερα οι φιλελεύθερες φεμινίστριες της Δύσης και κυρίως των ΗΠΑ «αγωνίζονται να ξεριζώσουν τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα για τα φύλα∙ δεν προτείνουν όμως εναλλακτικές μορφές για το ζήτημα των σχέσεων π.χ. για τον ετεροφυλικό γάμο, τα κοινόβια κλπ.
Η εξασφάλιση όλων των δυνατοτήτων για την επί ίσοις όροις είσοδο των γυναικών σε όλους τους στίβους και τα πεδία της δημόσιας ζωής απαιτεί την υλοποίηση κυρίως των κοινωνικών δικαιωμάτων των γυναικών. «Σημαντικό ρόλο παίζει εδώ η δυνατότητα ανάδειξης των γυναικών σε διευθυντικές θέσεις στους επαγγελματικούς τομείς της υγείας και πρόνοιας, με το σκεπτικό ότι θα συμβάλλουν στη δημιουργία μιας ευαίσθητης και ανθρώπινης διοίκησης, ενώ συγχρόνως θα προωθούν στόχους του φεμινιστικού κινήματος και θα παρέχουν κατάλληλα μοντέλα για την κοινωνικοποίηση των παιδιών, μακριά από τα αναχρονιστικά πρότυπα που αναπαράγονται».
β) Η κριτική προς το φιλελεύθερο φεμινισμό και το λόγο του.
Πρώτα απ’ όλα αποδίδεται στο φεμινιστικό φιλελεύθερο λόγο το ότι αδυνατεί να αντιληφθεί την πραγματική σχέση του φύλου και της τάξης με το κράτος, στο βαθμό που οι φιλελεύθερες φεμινίστριες «θεωρούν την κυβέρνηση ως ισοδύναμη με το κράτος και τις πολλαπλές σχέσεις εξουσίας που αντιπροσωπεύει».
Ένα κράτος ξεχωριστό από την κοινωνία και τους αγώνες που τη διαπερνούν. Κατά συνέπεια, νομίζουν πως με την είσοδο όλο και περισσότερων γυναικών αναιρείται η φύση και τροποποιείται ο ρόλος του κράτους. Μια τέτοια λογική όμως δεν εξηγεί γιατί η νεότερη τάση του φιλελευθερισμού δηλαδή η νέα δεξιά ή απλά νεοφιλελεύθερος φεμινισμός, ουσιαστικά ζητά την κατάργηση του κράτους πρόνοιας: ενός κράτους που ήδη έχει προσφέρει πολλά από την άποψη των γυναικών στο βαθμό που αυτές αποτελούν κιόλας ένα μεγάλο ποσοστό του δυναμικού του και ταυτόχρονα απαιτεί την επιστροφή της υπόθεσης πρόνοια στην ίδια την πυρηνική οικογένεια, χωρίς να λαμβάνει υπόψη της τον παράγοντα τάξη. Πώς μπορεί να ζητάει ισότητα στον ανταγωνισμό όταν εκ των προτέρων αυτός είναι σημαδεμένος εις βάρος των γυναικών; Συνεπώς κάθε διεκδίκηση υπονομεύεται έτσι εκ των ένδον. Ενδεχομένως οι στόχοι του φιλελεύθερου φεμινισμού να «μπορούν να έχουν νόημα για καριερίστριες γυναίκες της μεσαίας αστικής τάξης» γιατί αγνοούν «τις πραγματικότητες μιας ανταγωνιστικής ιεραρχικής κοινωνίας στην οποία πρέπει να υπάρχουν χαμένοι και στην οποία πολλοί άνδρες όπως και οι γυναίκες καταπιέζονται λόγω τάξης και φυλής…». Οι ριζοσπάστριες φεμινίστριες ασκούν κριτική στο φιλελεύθερο φεμινισμό τονίζοντας ότι «οι άνδρες έχουν ίδιο συμφέρον στη διατήρηση της εξουσίας τους κι ότι αυτό είναι σύμφυτο στους θεσμούς του κράτους και της κοινωνίας» και κατά συνέπεια κρίνουν αφελή τη φιλελεύθερη φεμινιστική άποψη για το «ουδέτερο κράτος».  Αντίθετη είναι και η άποψη των μαρξιστριών και σοσιαλιστριών φεμινιστριών όσον αφορά τη θέση των φιλελευθέρων για το ουδέτερο κράτος.  Επίσης η θεωρία του ουδέτερου κράτους έχει σαν συνέπεια και τη διατήρηση των στεγανών ανάμεσα στη δημόσια και στην ιδιωτική ζωή. Οι γυναίκες πρέπει να κατακτήσουν τη δημόσια ζωή όχι μεταφέροντας και εισάγοντας τις φεμινιστικές αξίες αλλά αποδεχόμενες τις ανδρικές ανταγωνιστικές αξίες. Με αυτή την έννοια τα κοινωνικά δικαιώματα που παρέχει το κράτος-πρόνοια ουσιαστικά δεν απαλλάσσουν τις γυναίκες από το ρόλο τους στην οικογένεια ως μητέρες-τροφοί για να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες της εισόδου στην παραγωγική διαδικασία και τη δημόσια ζωή. Τέλος, ο φιλελεύθερος φεμινισμός δεν μπορεί να δει τη σχέση καπιταλισμού-κοινωνίας-κράτους ως ένα ενιαίο σύνολο το οποίο ρυθμίζει μέσω των κρατικών παρεμβάσεων την κοινωνική αναπαραγωγή του.
3. O ΠΡΟΝΟΙΑΚΟΣ Η ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣ
Α) Στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στους δύο παγκοσμίους πολέμους, στις ΗΠΑ και στη Βρετανία, οι φιλελεύθερες φεμινίστριες ήρθαν αντιμέτωπες με την άνοδο του ρεύματος των σοσιαλδημοκρατικών ή προνοιακών φεμινιστριών. Αυτές θεωρούσαν ότι «οι γυναίκες έχουν ιδιαίτερες εκ του φύλου ανάγκες και ιδιότητες, ότι ο κύριος ρόλος τους είναι αυτός της μητέρας και της συζύγου και ότι η κρατική παρέμβαση χρειάζεται για την προώθηση τςη ευημερίας των γυναικών».  Το κράτος εθεωρείτο ως αρωγός στην προσπάθεια να δημιουργηθούν καλύτερες συνθήκες προστασίας των γυναικών από τις δυσάρεστες συνέπειες της εργασίας και της συνεπαγόμενης μακρόχρονης απουσίας τους από τις φροντίδες του σπιτιού και της οικογένειας. Επικεντρώνεται, κατ’ αυτό τον τρόπο, η συζήτηση στο βιολογικό στοιχείο της μητρότητας και κατά συνέπεια η φιλοσοφία των αιτημάτων είναι διαφορετική: «οι αξίες των γυναικών είναι διαφορετικές από αυτές των ανδρών, επειδή ακριβώς δίνουν ζωή».
Αυτή η τάση του φεμινιστικού κινήματος έπαιξε σπουδαίο ρόλο για την ανάπτυξη των κοινωνικών ασφαλίσεων στο βαθμό που επέδρασε στις συνειδήσεις και ενός μεγάλου αριθμού ανδρών που βρήκαν συμμάχους στους συλλογικούς αγώνες για απόσπαση νέων κοινωνικών δικαιωμάτων από το κράτος και το κεφάλαιο. Ακόμη, στα πλαίσια των κρατικών κινητοποιήσεων  για την πολεμική νίκη, τα κράτη της καπιταλιστικής δύσης προώθησαν, από τη μια πλευρά την ένταξη των γυναικών στην παραγωγική δραστηριότητα και από την άλλη δημιούργησαν ένα εκτεταμένο πλέγμα κοινωνικών υπηρεσιών πρόνοιας και παροχών καθώς και εκπαιδευτικών ευκαιριών για το γυναικείο πληθυσμό. Στις ΗΠΑ με την πολιτική του New Deal και στην Αγγλία με την άνοδο του Εργατικού Κόμματος στην κυβερνητική εξουσία ο προνοιακός φεμινισμός βρέθηκε στο αποκορύφωμα και στο απόγειο της δύναμής του κατορθώνοντας να αποσπάσει όλο και περισσότερες ικανοποιητικές λύσεις στα αιτήματα των γυναικών.
Β) Η κριτική προς τον προνοιακό φεμινισμό προήλθε από πολλές διαφορετικές πλευρές. Από τη μια οι φιλελεύθερες φεμινίστριες κατηγόρησαν την τάση αυτή ότι από τη μια απεμπολεί τα αιτήματα για πολιτική και όχι μόνο, ισότητα των γυναικών με το να στηρίζει υπέρμετρα το κράτος πρόνοιας. Η στήριξη αυτή του κράτους πρόνοιας είχε σαν συνέπεια την ολοένα και μεγαλύτερη αποδοχή της κρατικής παρέμβασης στη ζωή των ανθρώπων, παρέμβαση ου δεν γινόταν δεκτή από τις φιλελεύθερες φεμινίστριες γιατί νόθευε τον «υγιή ανταγωνισμό της αγοράς» και πολλές φορές δημιούργησε άτομα παθητικά και πλήρως εξαρτημένα από την κρατική παροχή.
Από την άλλη μεριά του λόφου οι σοσιαλίστριες-μαρξίστριες φεμινίστριες, αλλά και οι μαύρες φεμινίστριες, άσκησαν κριτική στις απόψεις των προνοιακών γιατί βοήθησαν «στον εγκλωβισμό των αιτημάτων στη λογική της μητρότητας» και ότι ευθύνονται για την «έλλειψη κριτικής στο κράτος πρόνοιας ως μέσου αναπαραγωγής της κοινωνικής ανισότητας και κοινωνικού ελέγχου, καθώς και στην έλλειψη κατανόησης της κοινωνικής αναπαραγωγής και της θέσης των γυναικών σ’ αυτήν».
Όπως και οι φιλελεύθερες φεμινίστριες έτσι και οι προνοιακές δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν την αντίληψη του «ουδέτερου κράτους» και τα πλαίσια του ρεφορμισμού ως στρατηγικής.
4. ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣ (MARXIST AND SOCIALIST FEMINISM)
Δεν πρόκειται για μια ενιαία τάση του φεμινιστικού κινήματος. Οι ανάγκες όμως της εργασίας μας υποχρεώνουν να εντάξουμε τόσο τις παραδοσιακές μαρξιστικές όσο και τις ανανεωτικές σοσιαλιστικές στην κατηγορία αυτή δεδομένου ότι οι γυναίκες, εκτός από την καταπίεση που ασκείται στο φύλο τους από την αντρική κυριαρχία, βιώνουν και την οικονομική-ταξική καταπίεση ως μέλη μιας ευρύτερης εργατικής τάξης σε μια ταξική κοινωνία όπως είναι η καπιταλιστική αλλά και στις προγενέστερες ιστορικές ταξικές κοινωνίες (π.χ. στη ρωμαϊκή περίοδο όταν θεωρούνταν RES δηλ. πράγματα).
H Mary Mc Intosh θεωρεί ότι η καπιταλιστική κοινωνία είναι μια κοινωνία στην οποία οι άνδρες κυριαρχούν επί των γυναικών∙ εν τούτοις, δεν είναι παρά η ταξική κυριαρχία που είναι θεμελιώδης στην κοινωνία. Είναι μία κοινωνία στην οποία η κυρίαρχη τάξη απαρτίζεται κυρίως από άνδρες∙ παρόλα αυτά δεν είναι ως άνδρες αλλά ως καπιταλιστές κυρίαρχοι.
Το κράτος παρεμβαίνει καταρχήν στη θέση τους (των γυναικών) με την οικογένεια και τη «μισθωτή εργασία» με έναν απλό σκοπό: μόνο για να διατηρήσει τις κοινωνικές συνθήκες της αναπαραγωγής. Η εξέταση των μορφών αυτής της παρέμβασης θα πρέπει να λάβει υπόψη της πέρα από την έννοια της πατριαρχίας (βλ. επόμενο κεφάλαιο)και κυρίως τη σχέση του κράτους με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Τα δύο ζητήματα με τα οποία ασχολείται η κρατική παρέμβαση στο θέμα της διατήρησης της οικογένειας ως κυττάρου αναπαραγωγής, είναι το «ποσοστό της γονιμότητας» και η «συνακόλουθη φροντίδα των παιδιών»: δηλαδή παρεμβαίνει για να στηρίζει την εργατική οικογένεια που δεν μπορεί με το κάθε δοσμένο εισόδημα από μισθό να αυτοαναπαραχθεί. Με αυτή την έννοια το κράτος λειτουργεί συμπληρωματικά σε σχέση με τον εργασιακό μισθό για να παρέχεται επαρκής στο μέλλον εργατική δύναμη για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Αυτό έχει σαν συνέπεια την υποβάθμιση της γυναίκας στην οικογένεια τόσο από πλευράς συμμετοχής της στην παραγωγή εισοδήματος (μειωμένος μισθός) όσο και από την πλευρά εκείνη που δείχνει ότι οι γυναίκες διατηρούνται ως εφεδρικός στρατός εργασίας για τις περιόδους που χρειάζεται η εύρυθμη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος. 
H Mc Intosh υποστηρίζει ότι «το κράτος αρνείται, φαίνεται, την ελευθερία της γυναίκας να επιλέξει την άμβλωση, να μιλάει, να αποφασίζει για το αν θα δουλέψει με μισθό ή ως νοικοκυρά στο σπίτι∙ μοιάζει σαν προωθητής καταπιεστικών σεξιστικών ιδεολογικών στην εκπαίδευση, στις κοινωνικές υπηρεσίες, στην ιατρική∙ θέτει στην πράξη οικονομικές και νομικές διακρίσεις εναντίον των γυναικών σε σχέση με τα κοινωνικά δικαιώματα, την κοινωνική ασφάλιση και φορολογία και σε σχέση με το βιασμό, την εσωτερική οικιακή βία και την πορνεία».
Η σχέση του κράτους προς τις γυναίκες και η θέση των γυναικών «δομούνται από τις αντιθετικές τάσεις που πηγάζουν από συσχέτιση ανάμεσα στην ιδιωτική σφαίρα της οικογένειας και στη δημόσια σφαίρα της γενικής παραγωγής» σύμφωνα με την Margaret Coulson.
Κατά συνέπεια, είναι και πολύ διαφορετικό το είδος και η μορφή της καταπίεσης που υφίστανται οι γυναίκες. Τέτοιες μορφές μπορεί να είναι: η εξάρτηση των γυναικών από τους άνδρες σε ότι αφορά τις φορολογικές δηλώσεις της οικογένειας, τη συμμετοχή τους στην κοινωνική ασφάλιση και την απόλαυση των συνεπαγομένων προνομίων. Η διαφορετική αντιμετώπιση από τους σχετικούς κρατικούς φορείς της «εγκληματικότητας των γυναικών στο βαθμό που τους αναγνωρίζονται ελαφρυντικά (βιολογικά, ψυχικά και κοινωνικοπνευματικά) που δεν αναγνωρίζονται με την ίδια ευκολία στους άνδρες, είναι ενδεικτική. Εν τούτοις θεωρείται πιο σκληρή η καταπίεση που ασκούν οι κοινωνικοί έλεγχοι εκτός νομικού πλαισίου – «η οικογένεια, η κοινωνική εργασία και φυσικά, η ψυχανάλυση.
Το πρώτο συμπέρασμα της Mc Intoch έχει να κάνει με την παρατήρηση ότι όλα τα παραπάνω, δηλαδή οι παρεμβάσεις του κράτους στην κοινωνική αναπαραγωγή έρχονται στο σημερινό στάδιο του καπιταλισμού, ήτοι στο στάδιο του κρατικού-μονοπωλιακού καπιταλισμού και όχι σε προηγούμενα στάδια του ανταγωνιστικού καπιταλισμού με μικρότερη κρατική παρέμβαση.
Το γενικότερο όμως συμπέρασμα είναι ότι: το καπιταλιστικό κράτος «παίζει ρόλο στην παραγωγή και αναπαραγωγή των όρων για την καπιταλιστική συσσώρευση σε όποιο δοσμένο στάδιο». Αυτός ο ρόλος του κράτους στην αναπαραγωγική διαδικασία επιβλήθηκε τόσο ιστορικά όσο και λόγω των συγκεκριμένων αναγκών του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Η αντίληψη αυτή έρχεται να «διορθώσει» την κλασική μαρξιστική άποψη που κατηγορείται για οικονομισμό στο βαθμό που δίνει τις πολιτικο-ιδεολογικές και ιστορικές διαστάσεις της καπιταλιστικής εξουσίας. Η Mc Intoch δέχεται ως ορθή αυτή τη σκέψη, προειδοποιεί όμως ότι η άποψη του Althusser για το ρόλο των ΙΜΚ και του Ν. Πουλαντζά για τις «κρατικές λειτουργίες» ενέχει τον κίνδυνο μιας απομάκρυνσης από τη μαρξιστική ανάλυση κι ενός γλιστρήματος στο λειτουργισμό. Η ίδια επιστρέφει στις οικονομικές λειτουργίες του κράτους και περιγράφει τους τέσσερις τρόπους που κατ’ αυτήν, συντηρούν τον κόσμο: «μισθωτή εργασία, εξάρτηση από την κρατική στήριξη, εξάρτηση από συγγενείς, εξάρτηση από ιδιωτικές συντάξεις και αποταμιεύσεις». Η σχετική ελαστικότητα των δύο τελευταίων μας οδηγεί στην εξέταση του κρατικού συστήματος παροχών και της επίδρασής τους στις γυναίκες. «Από τη μια μεριά, για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, το κράτος στηρίζεται σε ένα σύστημα νοικοκυριού στο οποίο ένας αριθμός ανθρώπων εξαρτώνται για οικονομική στήριξη από τους μισθούς λίγων ενηλίκων μελών (κυρίως ανδρών) και «στο οποίο όλοι εξαρτώνται για καθάρισμα, προετοιμασία φαγητού και τόσα άλλα από την απλήρωτη εργασία κυρίως μιας γυναίκας».
Παρά το γεγονός όμως ότι το κράτος έρχεται να αναλάβει την ευθύνη για τη λειτουργία πολλών κοινωνικών υπηρεσιών παροχής φροντίδας κλπ, η κυρίαρχη ιδεολογία τονίζει ότι αυτές οι λειτουργίες «κανονικά ανήκουν στην οικογένεια» και ότι «υποκαθιστούν την εργασία που θα έπρεπε αν κάνει μια νοικοκυρά».
Όσον αφορά στη δημιουργία της οικογένειας το κράτος παρεμβαίνει όπως στα χρόνια του φεουδαρχισμού παρενέβαινε η Εκκλησία, για να είναι νομιμοποιημένη η απόκτηση–μεταβίβαση της ιδιοκτησίας. Κατά κύριο λόγο η δημιουργία της οικογένειας παρέχει ένα πεδίο μέσα στο οποίο ο άνδρας–εργάτης με τη σειρά του εκμεταλλεύεται τη γυναίκας με τη μορφή της εκμετάλλευσης της απλήρωτης εργασίας και παροχής ψυχικής ηρεμίας και φροντίδας και διαιώνισής της. Για αυτό η Mc Intoch θεωρεί ότι, παρά τις όποιες δευτερεύουσες διευκολύνσεις παρέχονται στη γυναίκα μέσω του γάμου, είναι «μακροπρόθεσμα καλύτερα για τις γυναίκες ως συν να μην υπάρχει ο θεσμός του γάμου όπως είναι σήμερα».
Η οικιακή εργασία μετατρέπει τα αγαθά που αγοράζει ο εργατικός μισθός σε ιδιωτική κατανάλωση εντός του νοικοκυριού ούτως ώστε να θεωρείται «η μοναδική παραγωγική δραστηριότητα του νοικοκυριού». Έτσι ο άνδρας-σύζυγος δεν χρειάζεται για την αναπαραγωγή της εργασιακής του δύναμης μεγάλα ποσά χρημάτων όπως στην περίπτωση της εκτός έδρας μετακίνησης κλπ. Να λοιπόν πώς η εσωτερική οικιακή εργασία διατηρεί χαμηλά τους μισθούς.
Η βιολογική αναπαραγωγή είναι κι αυτή μια υπόθεση στην οποία παρεμβαίνει το κράτος ούτως ώστε ν ρυθμίζεται χωρίς προβλήματα το ποσοστό στο οποίο θα παραχθεί η μελλοντική στρατιά των εργατών στην καπιταλιστική κοινωνία. Παρεμβαίνει είτε με τη μορφή της «προπαγάνδας υπέρ της γεννητικότητας» (Αγγλία) είτε μέσω των κοινωνικών επιδομάτων και παροχών, των επιδομάτων ανεργίας κλπ που αντιπροσωπεύουν «μιαν αναγνώριση των αναγκών που δεν αναγνωρίζει το σύστημα του μισθού και που αναδεικνύονται από το «ρευστό» και το «σταθερό» εφεδρικό στρατό εργασίας του Marx».
Η πρόσφατη νίκη του νεοφιλελευθερισμού επί της σοσιαλδημοκρατικής άποψης και ιδεολογίας περί κράτους πρόνοιας και οι τεράστιες περικοπές που επιβλήθηκαν στα κοινωνικά επιδόματα, στο σύστημα υγείας και στην εκπαίδευση δείχνουν ότι, πράγματι, το καπιταλιστικό κράτος παρενέβαινε στο επίπεδο της κοινωνικής αναπαραγωγής για τη στήριξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Σήμερα ένα μέρος αυτής της «αποστολής» επανεντάσσεται στα οικογενειακά και ιδιωτικά πλαίσια.
Όλη αυτή η ανάλυση που υποθέτει ότι το κράτος πρόνοιας του 20ου αιώνα είναι, στην ουσία, λειτουργικό για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, θυμίζει έντονα τη δομολειτουργική θεωρία που δίνει βάρος στην ισορροπία κι όχι στην ανατροπή με συνέπειες αντιδιαλεκτικές. Η Mary Mc Intoch εισάγει δυο διαλεκτικά στοιχεία στην ανάλυση: «Το ένα είναι να επανεκτιμήσουμε τις θεμελιώδεις αντιθέσεις του τρόπου παραγωγής- να αποδείξουμε π.χ. ότι η συσσώρευση του κεφαλαίου εντείνει την αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στον ιδιωτικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης». Το δεύτερο επεξηγεί την πολιτική του κράτους για την πρόνοια, την εκπαίδευση, τις γυναίκες. «Ο άλλος κοινός τρόπος είναι η αντιπαράθεση του αγώνα της εργατικής τάξης στις προσπάθειες της άρχουσας τάξης να ικανοποιήσει τις ανάγκες του κεφαλαίου και να θεωρήσει την κοινωνική πολιτική ως τρόπο εγγύησης των κοινωνικών συνθηκών για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου που οι ειδικότερες μορφές τους είναι το αποτέλεσμα της ταξικής πάλης».
Το ζήτημα της σοσιαλιστικής φεμινιστικής στρατηγικής παραμένει άλυτο στο βαθμό που η εμπειρία των κρατών της ανατολικής Ευρώπης απέδειξε τις τεράστιες δυσκολίες για το απελευθερωτικό εγχείρημα όταν ο οικονομισμός κυριαρχεί στη θεωρία.
H Varda Burstyn επιχείρησε να αναλύσει την πραγματικότητα στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» από την πλευρά των γυναικών. Κατ’ αρχήν δεν υπάρχει καμιά σημαντική διαφορά (σε όλες ανεξαίρετα τις χώρες του «υπαρκτού»)σ’ ότι αφορά το κοινωνικό status των γυναικών απ’ ότι στις δυτικές καπιταλιστικές χώρες, εκτός ίσως από το αυξημένο ποσοστό παντρεμένων γυναικών που συμμετέχουν στο επί μισθώ εργατικό δυναμικό. Έτσι, οι γυναίκες «γκετοποιήθηκαν σε επαγγέλματα όπου η εργασία τους τείνει να αντανακλά τους ρόλους τους ως συντηρήτριες και είλωτες». Αδιάψευστος μάρτυρας της υποδεέστερης θέσης της γυναίκας, όπως γράφει η Burstyn, έτσι η «πυραμιδωτή έλλειψη των γυναικών από τη βάση της παραγωγής ως την ελίτ, στις γραμμές της οποίας βρίσκεται απειροελάχιστος αριθμός γυναικών. Δεν φτάνει μόνο αυτό για να περιγραφεί η κατάσταση των γυναικών. Στις «μεταβατικές» κοινωνίες, όπως αποκαλεί η Burstyn τις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» οι γυναίκες υφίστανται και εκεί τη διπλή καταπίεση της μισθωτής σκλαβιάς και της καταναγκαστικής εσωτερικής οικιακής εργασίας που επιτείνετο από την έλλειψη καταναλωτικών αγαθών (από το φαγητό ως τις οικιακές συσκευές). Από την πλευρά της συμμετοχής στην πολιτική ζωή παρατηρείται το ίδιο φαινόμενο όπως και στο χώρο της παραγωγής. Έτσι, λοιπόν, γράφει η Burstyn: «Αν και το ποσοστό τους σε εκλεγμένες θέσεις στα περιφερειακά και εθνικά επίπεδα είναι κάπως μεγαλύτερο από αυτό των γυναικών στα καπιταλιστικά νομοθετικά σώματα, η ομοιότητα με τα υπό αμφισβήτηση πολιτικά συστήματα αποκαλύπτει ότι οι θέσεις αυτές είναι συμβολικές, χωρίς πραγματική εξουσία και επιλεγμένες για την ιδεολογική τους αξία που καθιστά ικανή την ελίτ να θεωρεί την αντιπροσώπευση των γυναικών ως μια κατάκτηση της «σοσιαλιστικής κοινωνίας».
Τι ειρωνεία! Λίγα χρόνια μόλις πριν την Burstyn το ΚΚ Ισπανίας στην Απόφαση της 2ης Συνδιάσκεψης για τη Γυναίκα (1978) τόνιζε ότι «με τον κομμουνισμό θα εμφανιστεί μια γυναίκα καινούρια και οι σχέσεις ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες θα αποκτήσουν άλλη διάσταση που θα ανεβάσει την ανθρώπινη ζωή σε ανώτερο επίπεδο».
Η ερμηνεία, και ταυτόχρονα κριτική, που εκφράζεται από την ανανεωτική, φεμινιστική μαρξιστική άποψη συνοψίζεται στα εξής σημεία:
Α. Η ορθόδοξη παραδοσιακή μαρξιστική άποψη για την ισότητα της γυναίκας σε αντίθεση με τη φεμινιστική-ριζοσπαστική αλλά και «ανανεωτική» μαρξιστική άποψη περί γυναικείας απελευθέρωσης, «αρνείται τη δυναμική του μετασχηματισμού στο γυναικείο αγώνα (…) θέτει το πρόβλημα ως εξομοίωση των γυναικών προς τους άνδρες αντί για ένα πρόβλημα γυναικών και ανδρών που θα το επιλύσουν από κοινού αλλάζοντας τις συνθήκες και τις σχέσεις ζωής που μοιράζονται- από τις απόκρυφες ιδιωτικές ως τις μεγάλης κλίμακας κοινωνικές αλληλεπιδράσεις τους.
Β. Η «ισότητα» αυτού του τύπου μαζί με τη δέσμευση για μια «οικογένεια» έστω και «σοσιαλιστικού τύπου» έχουν εξυπηρετήσει την επανενίσχυση, τη νομιμοποίηση και αναπαραγωγή της διαίρεσης των 2 φύλων στην εργασία και όχι την αλλαγή της, ενώ ταυτόχρονα απέκρυψε την πραγματικότητά της και τις δυνατές λύσεις. Το ΚΚΜΒ και η Franky Rickford τονίζουν ξεκάθαρα: «το κίνημα των γυναικών τονίζει την ενεργητική συμμετοχή στην αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών και απορρίπτει τις ιεραρχικές δομές, γιατί θεωρεί την υπερνίκηση της αδράνειας και της αδυναμίας, απαραίτητο στοιχεία για το ξεπέρασμα της καταπίεσης».
Το κράτος όπως αναπτύχθηκε στις κοινωνίες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην υπηρεσία της κυρίαρχης γραφειοκρατικής και κομματικής ελίτ έπρεπε να δημιουργήσει τους θεσμούς εκείνους που θα ενσωμάτωναν στα πλαίσιά του τις γυναικείες αντιδράσεις και θα προωθούσαν την ισορροπία στο εσωτερικό του, φροντίζοντας για την παραγωγή όσο και για την κοινωνική αναπαραγωγή. Ταυτόχρονα η ανδρική κυριαρχία επί των γυναικών ενδυναμωνόταν. Αυτό γινόταν: α) με τον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκε η δημογραφική επιστήμη και με τη λήψη αποφάσεων για τη δημογραφική πολιτική στα πλαίσια των πολιτικών γραφείων των κυρίαρχων ΚΚ στα οποία ούτε λόγος να γίνεται για παρουσία γυναικών (μικρότερη από 2%). Β) με τον αποκλεισμό από το ιδεολογικό πεδίο του δικαιώματος των γυναικών να ελέγχουν οι ίδιες τα σώματά τους και τις αναπαραγωγικές τους δυνατότητες και την εκχώρησή του στην κρατική αρμοδιότητα. Γ) με την έλλειψη μέσων αντισύλληψης (σε χώρες όπου υποτίθεται ότι η ιατρική επιστήμη σημείωνε τεράστιες προόδους). Δ) με τη σεξουαλική εκπαίδευση που απέκρυπτε πολλές πλευρές του ζητήματος και ε) με την καταδίκη της ερωτικής ελευθερίας και του δικαιώματος επιλογής σεξουαλικού προσανατολισμού ως «αστικής παρακμής».
Συνολικά, η καταπίεση των γυναικών στη σφαίρα της οικονομίας, του κοινωνικού και του πολιτικού καθώς και του σεξουαλικού προσανατολισμού, σε συνδυασμό με τις γενικότερες ιστορικές και δομικές εξελίξεις δεν οδήγησε στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό αλλά στην κυριαρχία του κόμματος και του κράτους επί της κοινωνίας και διαιώνιση της ανδρικής κυριαρχίας. Η ομοιότητα με το κράτος πρόνοιας στη Δύση είναι εμφανής. Όπως εμφανέστερη είναι και η τεράστια διαφορά του βιοτικού επιπέδου που εντείνει την καταπίεση των λαϊκών τάξεων και στρωμάτων και ακόμη πιο πολύ των γυναικών.
Συνοπτικά λοιπόν και με τον κίνδυνο της απλουστευτικής σχηματοποίησης: η παραδοσιακή ορθόδοξη μαρξιστική άποψη που θεωρεί ότι όλα τα επίπεδα της κοινωνικής δράσης προσδιορίζονται από το οικονομικό αγνοεί τις ιδιαίτερες μορφές καταπίεσης και ιδιαίτερα των γυναικών και υποστηρίζει την εξομοίωση ανδρών και γυναικών με την αποδοχή από τις δεύτερες των κυρίαρχων ανδρικών αξιών, ενώ η ανανεωτική, ριζοσπαστική για τα δεδομένα του μαρξισμού, άποψη φέρνει στο προσκήνιο και τη γυναικεία καταπίεση ως πρόβλημα μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα και τροποποιεί την παραδοσιακή στρατηγική δίνοντας βάρος στο συνολικό κοινωνικό μετασχηματισμό με πρωταγωνιστές τα κοινωνικά κινήματα των πολιτών και με ουσιαστική συνιστώσα το κίνημα της γυναικείας απελευθέρωσης.
V) ΡΙZΟΣΠΑΣΤΙΚΟΣ ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣ (RADICAL FEMINISM)
Το ρεύμα του ριζοσπαστικού φεμινισμού ξεκίνησε ουσιαστικά μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και πολλές από τις ιδέες του μπορούν να εντοπιστούν στο έργο των Simon De Beauvoir, Germaine Greer κ.α. Η ανάπτυξη αυτού του ρεύματος συντελείται στη δεκαετία 1960-70 και η κεντρική του θέση καταγράφεται στο μανιφέστο της γυναικείας ομάδας NEW YORK REDSTOCKINGS το 1969: «οι γυναίκες είναι μια καταπιεσμένη τάξη. Η καταπίεσή μας είναι ολική, επιδρώντας σε κάθε όψη της ζωής μας… Αναγνωρίζουμε ως φορείς της καταπίεσής μας τους άνδρες.  Η ανδρική κυριαρχία είναι η παλαιότερη, βασικότερη μορφή κυριαρχίας… Όλοι οι άνδρες αντλούν οικονομικά, σεξουαλικά και ψυχολογικά προνόμια λόγω της ανδρικής κυριαρχίας. Όλοι οι άνδρες έχουν καταπιέσει τις γυναίκες».Από τότε ο όρος ριζοσπαστικός φεμινισμός κάλυψε δεκάδες επιμέρους τάσεις που είχαν ένα βασικό κοινό χαρακτηριστικό: την αντίθεση στην πατριαρχία. Είναι όρος που καλύπτει θεωρίες των γυναικών, από τις γυναίκες και για τις γυναίκες, οι οποίες θεωρούνται ως ομάδα κοινών συμφερόντων αντιθετικών ως προς αυτά των ανδρών, ομάδα που ξεπερνά τα όρια τρων τάξεων και των φυλών. Τέλος, αποδεικνύουν ότι η ανδρική κυριαρχία δεν είναι πολιτική προορισμένη μόνο για τη δημόσια σφαίρα αλλά διεισδύει και στις πιο στενές και απόκρυφες σχέσεις των δύο φύλων. Η πατριαρχία είναι αποτέλεσμα της μυϊκής δύναμης των ανδρών και της αποδοχής της κοινωνικής βίας. Ο ριζοσπαστικός φεμινισμός δεν αναγνωρίζει το κράτος ως καπιταλιστικό που εντείνει την ανδρική κυριαρχία και καταπίεση των γυναικών αλλά θεωρεί ότι διαμέσου των αιώνων όλα τα κράτη, όλα τα συστήματα (οικονομικά και πολιτικά) έχουν λειτουργήσει ως μηχανισμού φυλετικής καταπίεσης των γυναικών υπό την ανδρική κυριαρχία. Αναδεικνύεται έτσι μια νέα ιδεολογία, μια νέα κουλτούρα, η οποία δεν είναι άλλη από την γυναικεία ιδεολογία και τη γυναικεία κουλτούρα. Η πατριαρχία στη σύγχρονη εποχή αντιμετωπίστηκε με σκληρούς γυναικείους αγώνες που είχαν κεντρικό στόχο την εξάλειψη της βίας.  Τα κοινωνικά κινήματα για την ειρήνη, για την παροχή βοήθειας στα θύματα της βίας (ανδρικής και πολεμικής), για την ανάπτυξη μεθόδων αυτοπροστασίας απέναντι στους βιαστές, ήταν πλαισιωμένα στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τους από ριζοσπάστριες φεμινίστριες. Η ανάπτυξη της επιστήμης έδινε και δίνει όπλα στις ριζοσπάστριες φεμινίστριες στον αγώνα για τον έλεγχο της γυναικείας σεξουαλικότητας από τις ίδιες τις γυναίκες καθώς και της βιολογικής αναπαραγωγής της κοινωνίας μέσα από συλλογική δράση. Προτάθηκαν επίσης εναλλακτικές μορφές οικογενειακής συμβίωσης. Η Sarah Perrigo γράφει: «ένα μεγάλο τμήμα της ριζοσπαστικής φεμινιστικής στρατηγικής είναι η οικοδόμηση μιας εναλλακτικής κουλτούρας- μια αντιηγεμονία στην κυρίαρχη, ανδρικά προσανατολισμένη κουλτούρα και μια εναλλακτική βιώσιμη θέση έναντι του σημερινού οικογενειακού συστήματος όπου οι γυναίκες να μπορούν να υποστηρίξουν η μία την άλλη, να αναθρέψουν αν επιθυμούν τα παιδιά τους και να μάθουν να αγαπούν και να σέβονται η μία την άλλη, ελεύθερες από ανδρικές παρενοχλήσεις». Παράλληλα αναπτύχθηκε στις αγγλοσαξονικές χώρες το κίνημα των λεσβιών και ο λεσβιασμός θεωρήθηκε ως πολιτική πράξη.
Είναι πλέον σαφές ότι η ριζοσπαστική φεμινιστική άποψη για το κράτος σχετίζεται κυρίως με την αντίθεση ανδρών και γυναικών σε μια δυαδική κοινωνία στην οποία οι άνδρες κυριαρχούν ως «τάξη» επί της «τάξης» των γυναικών. Έτσι, το κράτος και ιδιαίτερα το κράτος πρόνοιας θεωρείται ως «η οργανωμένη από το κράτος ανδρική κυριαρχία πάνω στις γυναίκες, με εξειδικευμένες πρακτικές στο χώρο της υγείας, των προσωπικών υπηρεσιών και της παρέμβασης στις ιδιωτικές σχέσεις και την οικογένεια». Οι ριζοσπάστριες φεμινίστριες θεωρώντας το κράτος ως τον τόπο μέσα στον οποίο ασκείται κατά βάση η αντρική κυριαρχία που επεκτείνεται ως και στις προσωπικές σχέσεις των δύο φύλων, αποδέχονται στην ουσία την εργαλειακή αντίληψη για το κράτος. Η τακτική τους, συνεπώς, συνίσταται στο να αποδείξουν και να καταγγείλουν την πατριαρχική λογική που διέπει όλες τις παρεμβάσεις των μηχανισμών και υπηρεσιών του κράτους πρόνοιας.
Η κριτική που ασκήθηκε στο ρεύμα αυτό προήλθε κυρίως από το χώρο των σοσιαλιστριών και μαρξιστριών φεμινιστριών. Οι φεμινίστριες του ΚΚΜΒ άσκησαν κριτική στην πολιτική της απομόνωσης: «Για αυτές τις γυναίκες αυτή η φυγή αντιπροσωπεύει μια δειλή άρνηση στο να επικοινωνήσουν με τους άνδρες. Πρόκειται για μια απομονωτική θεώρηση μιας κοινωνίας χωρίς άνδρες(…). Ιστορικά, η πιο βλαβερή επίδραση της απομονωτικής πολιτικής πάνω στο κίνημα των γυναικών υπήρξε ο καθαρός κι επίμονος αποκλεισμός των γυναικών που διατηρούσαν σχέσεις με τους άνδρες. (Ο απομονωτισμός δεν ενδιαφέρεται για καμιά άλλη πλευρά της κοινωνίας παρά μόνο για εκείνη που αφορά τη σχέση ανάμεσα στις γυναίκες και τους άνδρες, για αυτό και δεν υπολογίζει καθόλου τη δουλειά των φεμινιστριών σε κινήματα στα οποία μετέχουν και οι άνδρες και ιδιαίτερα στα πολιτικά κόμματα». Άρα, λένε οι μαρξίστριες φεμινίστριες, ο ριζοσπαστικός φεμινισμός δεν ενδιαφέρεται για μια ουσιαστική πολιτική παρέμβασης στις κρατικές δομές με στόχο την αλλαγή τους στο βαθμό που θεωρούν το κράτος ως τόπο, ή καλύτερα όργανο, της ανδρικής κυριαρχίας. Η βάση της στήριξης των «πολεμικών» επιχειρημάτων κατά της πατριαρχίας είναι για τις ριζοσπάστριες, ο βιολογικός καθορισμός του φύλου και όχι ο κοινωνικός προσδιορισμός του, όπως αυτή της «απομόνωσης» και της οργάνωσης ενός «γυναικείου κόσμου» πάνω σε μια «γυναικεία ιδεολογία» και «γυναικεία κουλτούρα» δεν φαίνεται να έχει λάβει υπόψη της το γεγονός ότι στα πλαίσια πολλών «αντι-ιεραρχικών» συνομαδώσεων αναπτύσσονται εκ νέου ιεραρχικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν το ανταγωνιστικό σύστημα των ανδρών. Μια κατεύθυνση που μπορεί να πάρει μια τέτοια στρατηγική μπορεί κάλλιστα να καταλήξει σε ένα σύστημα μητριαρχικής οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων που, ενδεχομένως, να μην διαφέρει επί της ουσίας από την πατριαρχική μορφή οργάνωσης.
VI) ΜΑΥΡΟΣ ΦΕΜΙΝΙΣΜΟΣ (BLACK FEMINISM)
«Οι μαύρες γυναίκες ένοιωσαν να τους έχει ζητηθεί να εκλέξουν ανάμεσα σε ένα μαύρο κίνημα που πρωταρχικά εξυπηρετούσε τα συμφέροντα μαύρων αρσενικών πατριαρχών και σε ένα γυναικείο κίνημα που πρωταρχικά εξυπηρετούσε τα συμφέροντα ρατσιστριών λευκών γυναικών».
Το απόσπασμα αυτό εκφράζει καθαρά τη θέση των «κολασμένων» της Δύσης και ιδιαίτερα των μαύρων γυναικών στις αγγλοσαξονικές χώρες (κυρίως ΗΠΑ και Αγγλία). Η τριπλή καταπίεση που υφίστανται οι μαύρες γυναίκες (αλλά και οι προερχόμενες από Λατινική Αμερική, Ασία κλπ) δηλαδή από εργοδοσία, ρατσιστές και άνδρες δεν είχε γίνει ως τη δεκαετία του ’60 συνείδηση στο φεμινιστικό κίνημα. Όπως έγραψε και η  Angela Davis: «οι θεωρίες και οι πρακτικές τους συχνά υπονοούν ότι η καθαρότερη και αμεσότερη πρόκληση στο σεξισμό είναι εκείνη που δεν σχετίζεται με τη φυλετική και την οικονομική καταπίεση – λες και θα μπορούσε ποτέ να συμβεί, κάποιες γυναίκες γενικά και αόριστα, να καταπιέζονται γενικά και αόριστα από το σεξισμό και να αντιδρούν σε κάποιο γενικό και αόριστο ιστορικό πλαίσιο. Στην πραγματικότητα αυτό το καθεστώς της αοριστολογίας απαρτίζεται από ένα πολύ συγκεκριμένο σύνολο συνθηκών: λευκές, μεσοαστές γυναίκες που καταπιέζονται και αντιδρούν στη σεξιστική συμπεριφορά λευκών μεσοαστών, ανδρών, απαιτούν ισότητα με αυτούς τους συγκεκριμένους άνδρες. Η προσέγγιση αυτή αφήνει άθικτο το υπάρχον κοινωνικοοικονομικό σύστημα που υποθάλπει τις ταξικές και φυλετικές προκαταλήψεις». Είναι σαφές ότι η Davis Μιλάει για το τμήμα εκείνο του φεμινιστικού κινήματος στις ΗΠΑ που αντιλαμβάνεται το ρόλο του ως συμπληρωματικού του ανδρικού φιλελεύθερου προτύπου (οργάνωση NOW αρχές δεκαετίες ’60) και που θεωρούσε ως μεγάλη κατάκτηση του την είσοδο (με διορισμό) στο ανώτατο δικαστήριο της χώρας μιας γυναίκας (Sandra Day O Connor) ως μέλους του, παραβλέποντας τις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης των εκατομμυρίων μαύρων, αλλά και λευκών, γυναικών. Η αύξηση της φτώχειας στα στρώματα των μαύρων, η αύξηση των μονογονεϊκών οικογενειών στα γκέτο των μεγαλουπόλεων και κατά συνέπεια των γυναικών-μητέρων που εξαρτώνται από τα κοινωνικά επιδόματα τις οδηγούν στην καθημερινή επαφή με τους μηχανισμούς και τις υπηρεσίες του κράτους πρόνοιας. Η επαφή αυτή αποδεικνύει στις μαύρες γυναίκες ότι «ούτε σαν πολίτες αναγνωρίζονται ίσες, ούτε σαν γυναίκες έχουν το βαθμό της κοινωνικής εξύψωσης που επιφυλάσσει η λευκή κοινωνία στα πρότυπά της».
Ο μαύρος φεμινισμός αντιτάσσει τον αγώνα ενάντια στο ρατσιστικό κράτος πρόνοιας. Ο αγώνας αυτός δίνεται από κοινού με τους άνδρες της εργατικής τάξης, τις λευκές και μαύρες γυναίκες, εργαζόμενες και άνεργες. Ταυτόχρονα όμως στο εσωτερικό αυτού του μετώπου δίνεται και η μάχη των μαύρων φεμινιστριών για την απόκρουση της ανδρικής καταπίεσης εναντίον των γυναικών. «Μερικές συγγραφείς έχουν πρόσφατα προτείνει ότι η κατανόηση των διαφορών των γυναικών σημαίνει πως η ριζοσπαστική φεμινιστική ιδέα της αδελφότητας, που υποδηλώνει μια καταπίεση που τη μοιράζονται όλες οι γυναίκες θα ’πρεπε να υποχωρήσει μπροστά σε αυτήν της αλληλεγγύης που βασίζεται στην πίστη ότι οι αγώνες όλων των γυναικών διασυνδέονται αλλά δεν είναι οι ίδιοι. Μια τέτοια προσέγγιση θα επέτρεπε στις γυναίκες να ενωθούν πάνω σε μερικά αιτήματα, θα τους έδινε όμως προοπτική συμμαχίας τους με άνδρες της δικής τους φυλής ή τάξης πάνω σε άλλα ζητήματα».
Η ρατσιστική ιδεολογία που φαίνεται να κατευθύνει το κράτος πρόνοιας στις ΗΠΑ και στη Βρετανία προλειαίνει το έδαφος για να αναδειχθούν ακροδεξιές απόψεις για τη σεξουαλικότητα των μαύρων γυναικών, να λοιδωρείται ο τρόπος δημιουργίας των οικογενειών τους και να χαρακτηρίζεται αντεθνική και αντικοινωνική η συμπεριφορά τους και ο τρόπος ζωής τους. Αποτέλεσμα μιας τέτοιας αντιμετώπισης είναι η εκμετάλλευση των μαύρων γυναικών ως εργατριών στον κρατικό μηχανισμό (φθηνά μεροκάματα), η δημιουργία κλίματος διαχωρισμού και καχυποψίας ανάμεσα στους εργαζόμενους/ες με το σύστημα της «δειγματοληπτικής» (tokenism) μεθόδου προσλήψεων. Η προσπάθεια αποκλεισμού τους από τα εκπαιδευτικά προγράμματα τους αποστερεί την προοπτική κοινωνικής ανόδου. Κατά τη διάρκεια των οικονομικών κρίσεων μαύρες γυναίκες, ισπανόφωνες και ασιάτισσες, είναι από τα πρώτα θύματα των μαζικών απολύσεων από τις κρατικές υπηρεσίες.
Μια απόπειρα ανάλυσης από την πλευρά των μαύρων γυναικών του ρατσιστικού χαρακτήρα του κράτους έγινε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της Βρετανίας από το Συντηρητικό κόμμα με επικεφαλής την κα Thatcher από την Αγγλονιγηριανή Amina Mama. Η κατεδάφιση του κράτους πρόνοιας αντιμετωπίστηκε χωρίς ιδιαίτερες κινητοποιήσεις από το φεμινιστικό κίνημα.  H Amina Mama θεώρησε ότι η υποβάθμιση από τη γραφειοκρατική ρατσιστική διοίκηση των υπηρεσιών πρόνοιας και η βαθμιαία ιδιωτικοποίηση τους υπονόμευσαν την όποια αξιοπιστία του κράτους πρόνοιας στα μάτια των μαύρων και γενικότερα των ξένων γυναικών. Η συνέπεια ήταν να θεωρούν πολλοί, ακόμα και από τους αποδέκτες των υπηρεσιών του κράτους πρόνοιας, ότι αυτό που δίνεις παίρνεις» ανεξάρτητα από το αν η πραγματικότητα είναι διαφορετική γιατί και η δημόσια κατοικία και η δημόσια υγεία και όλες οι υπηρεσίες που πριμοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό έχουν προπληρωθεί από τους χρήστες μέσω της φορολογίας εισοδήματος και των έμμεσων φόρων. Οι επιθέσεις της νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης στο κράτος πρόνοιας ήταν αποτελεσματικές γιατί οι νεοφιλελεύθεροι κατανόησαν πολύ σωστά το χαρακτήρα του. Γράφει η Amina Mama: «οι διανοούμενες του «δεύτερου κύματος»» του σοσιαλισμού και του φεμινισμού αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο να ανταποκριθούν στην πρόκληση της σύγχρονης αντίδρασης τουλάχιστον γιατί εν μέρει οι προσεγγίσεις τους δεν έχουν ακόμα ενσωματώσει τις θεμελιώδεις αντιθέσεις που προκύπτουν από μιαν ανάλυση φύλου/φυλής/τάξης. Για παράδειγμα, εάν είχαν καταλάβει τι έλεγαν οι μαύρες γυναίκες για τη διάκριση που έχουν αντιμετωπίσει και αντιμετωπίζουν ακόμη, σε όλες τις μορφές της διανομής υπηρεσιών θα ήταν ικανές να εξετάσουν το επιχείρημα που τίθεται εδώ: ότι οι δημόσιες υπηρεσίες ποτέ δεν σκόπευαν να φτάσουν σε κάποιες ιδιαίτερες ομάδες κοινού. Οι «άξιες» και «ευυπόληπτες» ομάδες, αναγνωρισμένες προς παροχή καλών υπηρεσιών πρόνοιας, δεν περιλαμβάνουν τις γυναίκες που δεν ζουν σε παραδοσιακές πυρηνικές οικογένειες και όσους είναι μαύροι/ες. Πάντοτε υπήρχαν διαβαθμίσεις καταλληλότητας για τους αποκαλούμενους «δημόσιους πόρους». Παραδείγματα για τη ρατσιστική αντιμετώπιση των μαύρων γυναικών στη Βρετανία: οι μαύρες γυναίκες με παιδιά που γεννήθηκαν στην ίδια τη Βρετανία απελαύνονται ή απειλούνται με απέλαση στην περίπτωση που εγκαταλείψουν την οικογενειακή στέγη λόγω συζυγικής βαναυσότητας ή τοποθετούνται σε καταφύγια γυναικών που έχουν υποστεί συζυγική βία και τα οποία βρίσκονται στα γκέτο, με αποτέλεσμα (η συζυγική βία σ.τ.μ.) να παίρνει το χαρακτήρα «μαύρου εγκλήματος».
Η ίδια συγγραφέας παραθέτει στο ίδιο άρθρο την εμπειρία των γυναικών που δουλεύουν στο κράτος και συμπεραίνει ότι «παρά το ότι εργάζονται στο δημόσιο τομέα οι γυναίκες και βεβαίως οι μαύρες γυναίκες, δεν έχουν αναμιχθεί στην επεξεργασία της πολιτικής και στη λήψη των αποφάσεων που αφορούν την ανάπτυξη των προνοιακών παροχών. Η οργανωσιακή κουλτούρα του δημόσιου τομέα έχει αναπτυχθεί έτσι ώστε όταν μια παροχή αποφασίζεται να δοθεί, ταυτόχρονα λαμβάνεται πρόνοια ούτως ώστε αυτοί/ες οι οποίοι/ες θεωρούνται ότι αδικούν «άλλους/ες να μην απολαμβάνουν τίποτα από την παροχή» με το σκεπτικό ότι «αν δώσουμε σε έναν από αυτούς ένα σπίτι κατοικήσιμο τότε όλοι θα απαιτήσουν» μιας και «ο ένας παραμένει πιστός στον άλλο». Ο μαύρος φεμινισμός, λοιπόν, εγκαλεί τις λευκές φεμινίστριες όλων των τάσεων γιατί δεν λαμβάνουν υπόψη τους την πολλαπλότητα των παραγόντων που προσδιορίζουν την κοινωνική καταπίεση των γυναικών. Συνεπώς ένα γυναικείο κίνημα απελευθέρωσης πρέπει να στοχεύει στην ανατροπή όλων των θεσμών καταπίεσης και να δίνει μια αντιρατσιστική και αντισεξιστική προοπτική.

Advertisements


One Response to “ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΡΩΜΑΤΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΦΥΛΟ”

  1. 1 ioanna

    polu kalo!me voithise stin sxoliki mou ergasia!


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: